Χαβιάρι μαύρο θα αναγκαστούν να πληρώσουν το ηλεκτρικό ρεύμα οι κάτοικοι του Τέξας που εμπιστεύτηκαν την «ευελιξία των τιμών» και το γνωστό… αόρατο χέρι της αγοράς που τις διαμορφώνει.
Σαν να μην έφτανε ο χιονιάς που πάγωσε τις προηγούμενες ημέρες την πολιτεία του αμερικανικού Νότου, σαν να μην έφταναν τα παρατεταμένα μπλακ άουτ και η κατάρρευση της παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος που άφησαν πάνω από 4 εκατομμύρια Τεξανούς χωρίς ρεύμα, σαν να μην έφταναν τα προβλήματα στα δίκτυα ύδρευσης με αποτέλεσμα να μείνουν πάνω 12 εκατομμύρια άνθρωποι χωρίς πόσιμο νερό, αρκετοί Τεξανοί υποχρεούνται τώρα να πληρώσουν και λογαριασμούς ηλεκτρικού που αγγίζουν έως και τα… 17.000 δολάρια για κατανάλωση μόλις 4-5 ημερών.

Οι περισσότεροι εξ αυτών δεν είχαν υπόψη τους ούτε το αόρατο χέρι ούτε βέβαια το τι πραγματικά σημαίνει πλήρως απελευθερωμένη αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Το Τέξας έχει αναρίθμητους παρόχους ηλεκτρικού ρεύματος, στη συντριπτική τους πλειονότητα ιδιωτικές εταιρείες οι οποίες προσφέρουν στους καταναλωτές συμβόλαια τόσο σε τιμές χονδρικής -που είναι κυμαινόμενες- όσο και σταθερές. Τα συμβόλαια χονδρικής είναι ελκυστικά για τους καταναλωτές που τα φέρνουν δύσκολα αφού αν οι καιρικές συνθήκες είναι καλές και όλα στην παραγωγή ενέργειας κυλούν ομαλά πληρώνουν ελαφρώς λιγότερα απ’ ό,τι αν είχαν συμβόλαιο σταθερών τιμών.
Αν όμως… πέσει χιόνι, τότε υπάρχει πρόβλημα. Η χιονοθύελλα Ούρι που έπληξε την προηγούμενη εβδομάδα το Τέξας, έφερε σε θερμοκρασίες Αλάσκας, παγώνοντας εκτός από τους ανθρώπους και τους αγωγούς φυσικού αερίου, τους έλικες των ανεμογεννητριών και τα συστήματα ψύξης των πυρηνικών αντιδραστήρων.
Οι εταιρείες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας πιάστηκαν απροετοίμαστες αφού για λόγους μείωσης κόστους δεν είχαν επενδύσει έτσι ώστε να μπορούν να παράγουν σε συνθήκες ψύχους. Από την άλλη πλευρά, το ιδιότυπο καθεστώς του δικτύου του Τέξας που είναι αυτόνομο από τις υπόλοιπες πολιτείες των ΗΠΑ (προκειμένου να μην ελέγχονται πάροχοι και λοιπές εταιρείες του ιδιωτικού τομέα από τις ομοσπονδιακές αρχές) κατέστησε αδύνατο τον δανεισμό ή την αγορά ηλεκτρικού ρεύματος από άλλα μέρη των ΗΠΑ.
Η καθίζηση της προσφοράς σημειώθηκε ενώ την ίδια στιγμή η ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια χτυπούσε, λόγω των αυξημένων αναγκών θέρμανσης, ρεκόρ. Το έλλειμμα αυτό μεταξύ προσφοράς και ζήτησης ανέλαβε να το λύσει το… αόρατο χέρι της αγοράς. Αδιαφορώντας για τους 20 και πλέον Τεξανούς που πέθαναν από το κρύο και τις αναθυμιάσεις μονοξειδίου του άνθρακα, οι δυνάμεις της αγοράς βρήκαν ένα νέο σημείο ισορροπίας στη… στρατόσφαιρα, εκτοξεύοντας τις τιμές χονδρικής από τα 50 δολάρια στα 8.800 δολάρια ανά μεγαβατώρα, την περασμένη Τετάρτη.
Η Griddy, μία από τις εταιρείες χονδρικής πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας που συγκέντρωσε τα πυρά των καταναλωτών λόγω των εξωφρενικών λογαριασμών που τους έστειλε, πέρασε την άνοδο αμέσως στα τιμολόγιά της. Είχε προειδοποιήσει βέβαια τους πελάτες της ότι οι τιμές θα μπορούσαν να αυξηθούν απότομα με την έναρξη του κρύου καιρού προτρέποντάς τους μάλιστα να βρουν νέο πάροχο.
Ωστόσο η προειδοποίηση αυτή ήταν καθυστερημένη – μόλις την προηγούμενη Δευτέρα-, ώρες πριν ξεκινήσει η επέλαση του χιονιά. Κάποιοι από τους πελάτες της Griddy δοκίμασαν να βρουν νέο φθηνότερο πάροχο. Ομως αυτοί τους προσέφεραν συμβόλαια που θα ίσχυαν μετά την επέλαση του χιονιά. Επί της ουσίας, οι καταναλωτές εγκλωβίστηκαν. Δεν ήταν η πρώτη φορά που οι καταναλωτές της χονδρικής στο Τέξας αναγκάστηκαν να πληρώσουν τα μαλλιοκέφαλα τους για ηλεκτρικό λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών.
Το 2019 καύσωνας προκάλεσε άνοδο της κατανάλωσης, σκιώδη άνοδο των τιμών, με αποτέλεσμα αύξηση των μηνιαίων λογαριασμών ρεύματος κατά αρκετές εκατοντάδες δολάρια για πολλά νοικοκυριά. Η αρπαχτή αυτή έχει επαναληφθεί αρκετές φορές στο παρελθόν παρότι το Τέξας αποτελεί μια ενεργειακή θάλασσα όχι μόνο των ΗΠΑ αλλά και ολόκληρου του κόσμου. Το Τέξας παράγει περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια από οποιαδήποτε άλλη πολιτεία των ΗΠΑ – σχεδόν διπλάσια ποσότητα από την αμέσως πλησιέστερη Φλόριντα, ενώ είναι η πρώτη πολιτεία των ΗΠΑ σε παραγωγή αργού πετρελαίου και φυσικού αερίου και αιολικής ενέργειας. Η ετήσια κατανάλωση ρεύματος ξεπερνά τα 24 δισ. δολάρια κατατάσσοντάς το 11ο στον κόσμο, περίπου στα επίπεδα της Βρετανίας και της Ισπανίας.
Οι κερδοσκοπικές «βούτες» σε βάρος των καταναλωτών λόγω καιρού κανονικά δεν θα έπρεπε να έχουν θέση σε μια τόσο μεγάλη αγορά. Ωστόσο συμβαίνουν και η ρίζα τους οφείλεται στην απελευθέρωσή της πριν από περίπου 20 χρόνια. Η απορρύθμιση του 2002 που οδήγησε άμεσα το 85% των καταναλωτών στις εταιρείες του ιδιωτικού τομέα επταπλασίασε τις τιμές μέσα σε 4 χρόνια. Αυτές άρχισαν να μειώνονται μόνο όταν κάποιοι καταναλωτές είχαν… πεθάνει πια το 2010. Μεταξύ 2002 και 2014 το κόστος της απορρύθμισης για τους καταναλωτές ήταν 24 δισ. δολάρια. Τα νοικοκυριά πλήρωσαν κατά μέσο όρο 5.100 δολάρια περισσότερα απ’ ό,τι τα αντίστοιχα που απολάμβαναν ηλεκτρισμό μέσω ελεγχόμενων από το κράτος αγορών ενέργειας.
