Πιστή στην εφαρμογή των μεταμνημονιακών δεσμεύσεων παραμένει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, παρά τη μεγάλη ύφεση που έχει υποστεί η ελληνική οικονομία. Κατά την παρουσίαση των χειμερινών προβλέψεων για την Ε.Ε., ο επίτροπος Οικονομικών Πάολο Τζεντιλόνι παραδέχτηκε ότι η Ελλάδα υπέφερε από μια σημαντική ύφεση το 2020, τη μεγαλύτερη στην Ευρώπη των 27 μετά την Ισπανία.
Απαντώντας σε ερώτηση της «Εφ.Συν.» για το αν θα πρέπει να περιμένουμε ανατροπή στις προσυμφωνημένες δεσμεύσεις, όπως για παράδειγμα στον νόμο για την πρώτη κατοικία, ο Ιταλός επίτροπος απάντησε:
«Οι επαφές μας και ο διάλογος με τις ελληνικές Αρχές συνεχίζονται. Η 9η έκθεση θα συζητηθεί τις επόμενες εβδομάδες και η 10η θα είναι αυτή που θα ασχοληθεί περισσότερο με τα μέτρα για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους. Φυσικά ενθαρρύνουμε τις ελληνικές Αρχές να συνεχίσουν τις δεσμεύσεις τους στις μεταρρυθμίσεις, διαπιστώνουμε ότι αυτό κάνουν οι ελληνικές Αρχές. Καταλαβαίνουμε τις δυσκολίες της κατάστασης, αλλά αυτές οι δυσκολίες δεν πρέπει να υποβαθμίζουν τις προσπάθειες που κάνει ορθώς η ελληνική κυβέρνηση».
Σύμφωνα με την έκθεση της Κομισιόν, η Ελλάδα υποφέρει περισσότερο εξαιτίας της πτώσης στους τομείς του τουρισμού και των ταξιδιών. Το πραγματικό ΑΕΠ αναμένεται να αυξηθεί κατά 3,5% το 2021, πριν αυξηθεί σε 5% το 2022. Η πορεία της ελληνικής οικονομίας θα κριθεί από τον ρυθμό εμβολιασμού, αφού η επαναφορά του τουρισμού προβλέπεται αργή. Ενώ η ανεργία παραμένει στο 16%, το ποσοστό της απασχόλησης πέφτει, κυρίως λόγω τουρισμού.
Γεωπολιτικές εντάσεις και τυχόν κρίση μεταναστευτικού προσθέτουν αβεβαιότητα στις προβλέψεις, όπως αναφέρεται. «Οι εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο είναι γνωστές, αλλά η Ε.Ε. είναι αποφασισμένη να εξασφαλίσει ότι δεν θα δημιουργήσουν επιπτώσεις επίσης στις οικονομίες μας, όχι μόνο στη σταθερότητα της περιοχής. Μπορούμε να πετύχουμε αυτόν τον στόχο», πρόσθεσε ο Π. Τζεντιλόνι. Η πρόβλεψη πάντως δεν ενσωματώνει τις αναμενόμενες θετικές επιπτώσεις από το Ταμείο Αποκατάστασης και Ανθεκτικότητας, το οποίο θα μπορούσε να δώσει σημαντική ώθηση στην εγχώρια ζήτηση μόλις εφαρμοστεί.
Στην ευρωζώνη
Σε επίπεδο ευρωζώνης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένει ύφεση 6,8% για το 2020 και ανάκαμψη 3,8% τόσο το 2021 όσο και το 2022. Πάντως, προβλέπει ότι οι οικονομίες της Ε.Ε. αναμένεται να φτάσουν τα επίπεδα πριν από την κρίση νωρίτερα από ό,τι αναμενόταν στις οικονομικές προβλέψεις του φθινοπώρου 2020, κυρίως λόγω της ισχυρότερης από την αναμενόμενη δυναμικής ανάπτυξης που προβλέπεται στο δεύτερο εξάμηνο του 2021 και το 2022.
Ενδιαφέρουσα είναι η παρατήρηση της Κομισιόν ότι ο οικονομικός αντίκτυπος της πανδημίας παραμένει άνισος στα κράτη-μέλη και η ταχύτητα ανάκαμψης προβλέπεται επίσης να ποικίλλει σημαντικά.
Οσον αφορά τους κινδύνους, η πανδημία θα μπορούσε να αποδειχθεί πιο επίμονη ή σοβαρή βραχυπρόθεσμα από ό,τι υποτίθεται σε αυτήν την πρόβλεψη, ή θα μπορούσαν να υπάρξουν καθυστερήσεις στην εφαρμογή προγραμμάτων εμβολιασμού. Αυτό θα μπορούσε να καθυστερήσει τη χαλάρωση μέτρων τύπου lockdown, τα οποία με τη σειρά τους θα επηρεάσουν τον χρόνο και τη δύναμη της αναμενόμενης ανάκαμψης, αναφέρει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Η Κομισιόν, τέλος, ανησυχεί για τον κίνδυνο η κρίση να αφήσει βαθύτερα σημάδια στον οικονομικό και κοινωνικό ιστό της Ε.Ε., ιδίως μέσω εκτεταμένων πτωχεύσεων και απώλειας θέσεων εργασίας. Αυτό θα πλήξει επίσης τον χρηματοπιστωτικό τομέα, θα αυξήσει τη μακροχρόνια ανεργία και θα επιδεινώσει τις ανισότητες, προειδοποιεί.
■ Συνάντηση με τους προέδρους της Κομισιόν, της ΕΚΤ και του Eurogroup πραγματοποίησε ο πρόεδρος Μισέλ, μετά τη δημοσίευση των χειμερινών προβλέψεων της Κομισιόν. «Πρέπει να διασφαλίσουμε ότι θα μεταφράσουμε την ελπίδα που προσφέρουν οι προβλέψεις σε οικονομική πραγματικότητα», είπε ο Μισέλ. Οι ηγέτες θα έχουν μια στρατηγική συζήτηση για το θέμα στη σύνοδο κορυφής του Μαρτίου.
