Περισσότερες από 6 ποσοστιαίες μονάδες αναθεώρησε τη μόλις προ τριών μηνών πρόβλεψή του για τη φετινή ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας το ΔΝΤ, λόγω της πανδημίας του κορονοϊού, προειδοποιώντας για τον κίνδυνο της χειρότερης ύφεσης από τη δεκαετία του 1930.
Στην εξαμηνιαία έκθεσή του για τις παγκόσμιες οικονομικές προοπτικές το Ταμείο τονίζει η «Μεγάλη Καραντίνα», στην οποία υποχρέωσε τον πλανήτη ο κορονοϊός, τροφοδοτεί μια πολύ πιο επίπονη συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας από αυτήν που ακολούθησε μετά το κραχ του 2008. Το Ταμείο προβλέπει πλέον ότι ο πλανήτης θα βουτήξει φέτος σε βαθιά ύφεση -3% αντί για ανάπτυξη 3,3% που εκτιμούσε τον περασμένο Ιανουάριο. Στο επίπεδο αυτό, η φετινή ύφεση θα είναι πολύ χειρότερη από τη συρρίκνωση 0,1% που εμφάνισε η παγκόσμια οικονομία το 2009 μετά την παρολίγον ολική κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Η επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ Γκίτα Γκοπιναθ περιέγραψε με τα πιο μελανά χρώματα αυτήν την τρέχουσα κατάσταση. Το μέγεθος του χτυπήματος στην παγκόσμια οικονομία, η αβεβαιότητα για το πόσο θα διαρκέσει το σοκ και η ανάγκη συγκράτησης της οικονομικής δραστηριότητας προκειμένου να περιοριστεί ο ιός οδηγούν σε πρωτοφανή κρίση, τόνισε, συμπληρώνοντας ότι «είναι πολύ πιθανό η παγκόσμια οικονομία να βιώσει φέτος τη χειρότερή της ύφεση από τη Μεγάλη Υφεση… «Το Μεγάλο Κλείδωμα, όπως θα μπορούσε κανείς να το αποκαλέσει, προβλέπεται να οδηγήσει σε δραματική συρρίκνωση παγκοσμίως» προειδοποίησε.

Σύμφωνα με την έκθεση του Ταμείου, οι μεγαλύτερες απώλειες φέτος θα επικεντρωθούν στις πλούσιες χώρες της Δύσης, οι οποίες ταλανίζονται αγρίως από την πανδημία. Η συνολική συρρίκνωσή τους προβλέπεται να προσεγγίσει το 6,1%. Ιταλία και Ισπανία, οι δυο χώρες της Ε.Ε. που βάλλονται περισσότερο από τον κορονοϊό, θα δουν το ΑΕΠ του να συρρικνώνεται κατά 9,1% και 8% αντίστοιχα. Η ύφεση στη Γερμανία θα προσεγγίσει το 7%, στη Γαλλία το 7,2%, ενώ στο σύνολο της ευρωζώνης το 7,5%. Οι οικονομίες των ΗΠΑ, της Ιαπωνίας και της Βρετανίας αναμένεται ότι και αυτές θα διολισθήσουν κατά 5,9%, 5,2% και 6,5% αντίστοιχα. Στις αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες προβλέπεται συρρίκνωση 1% με εξαίρεση τις Κίνα και Ινδία, οι οποίες θα καταγράψουν ανάπτυξη αλλά μόνο 1,2% και 1,9% αντίστοιχα.
Η παγκόσμια οικονομία προβλέπεται να ανακάμψει με την ομαλοποίηση της οικονομικής δραστηριότητας, επιτυγχάνοντας ρυθμό 5,8% το 2021. Καθοριστικοί παράγοντες της ανάκαμψης θα είναι η εξασθένηση της πανδημίας στο β΄εξάμηνο του 2020 -όπως προβλέπει το βασικό σενάριο -που θα οδηγήσει σε χαλάρωση των μέτρων, αποκατάσταση καταναλωτικής και επενδυτικής εμπιστοσύνης- και η αποτελεσματικότητα των μέτρων που έχουν ληφθεί από κυβερνήσεις κεντρικούς τραπεζίτες και διεθνείς οργανισμούς για την αντιμετώπιση των λουκέτων, των απωλειών θέσεων εργασίας και τη βελτίωση των χρηματοπιστωτικών συνθηκών.
Στην έκθεση του ΔΝΤ εξετάζονται πάντως και τρία δυσμενέστερα σενάρια:
1. Η καραντίνα να διαρκέσει 50% περισσότερο απ’ ό,τι προβλέπεται στο βασικό σενάριο,
2. Μια ήπια επανεμφάνιση του κορονοϊού το 2021 και
3. Συνδυασμός των προηγούμενων, δηλαδή παρατεταμένη πανδημία το 2020 και μεγαλύτερη καραντίνα φέτος καθώς και μια επανάληψη το 2021. Στο τελευταίο, χειρότερο απ’ όλα τ’ άλλα, σενάριο η ύφεση της παγκόσμιας οικονομίας αναμένεται στο 11%.
Στις συστάσεις του το ΔΝΤ υπογραμμίζει πάντως ότι η κρίση θα πρέπει να αντιμετωπιστεί σε δυο φάσεις: α. του περιορισμού και της σταθεροποίησης και β. της ανάκαμψης.
Και στις δυο φάσεις δημόσια υγεία και οικονομικές πολιτικές διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο. Ετσι η αύξηση των δαπανών για την υγειονομική περίθαλψη είναι απαραίτητη, ενώ στοχοθετημένα φορολογικά, νομισματικά και χρηματοπιστωτικά μέτρα για την ενίσχυση νοικοκυριών και επιχειρήσεων και τη διατήρηση των οικονομικών δεσμών μεταξύ εργαζομένων και εταιρειών, δανειστών και δανειοληπτών είναι αναγκαία προκειμένου να διατηρηθεί η οικονομική και χρηματοοικονομική δομή της κοινωνίας.
Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής οφείλουν επίσης να σχεδιάσουν την ανάκαμψη. Οι πολιτικές τους θα πρέπει να εστιάσουν στην ενίσχυση της ζήτησης, την ενθάρρυνση των προσλήψεων και τη στήριξη της οικονομικής υγείας ιδιωτικού και δημόσιου τομέα. Οι κεντρικές τράπεζες από την πλευρά τους οφείλουν να παρέχουν επαρκή ρευστότητα σε τράπεζες και επιχειρήσεις, ειδικά τις μικρομεσαίες. Το Ταμείο θεωρεί ακόμη αναγκαία τη διόρθωση των ισολογισμών και της αναδιάρθρωσης των χρεών.
Σε διεθνές επίπεδο, η ισχυρή συνεργασία είναι απαραίτητη για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας, συμπεριλαμβανομένης της βοήθειας σε οικονομικά περιορισμένες χώρες που αντιμετωπίζουν δίδυμα προβλήματα υγείας και χρηματοδότησης, καθώς και για τη διοχέτευση βοήθειας σε χώρες με αδύναμα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης. Το Ταμείο υπογραμμίζει ότι αν και οι επιπτώσεις της πανδημίας δείχνουν μέχρι στιγμής πιο σοβαρές για τις ανεπτυγμένες χώρες, αυτές είναι καλύτερα εξοπλισμένες για να τις αντιμετωπίσουν.
Αντίθετα πολλές αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες βρίσκονται αντιμέτωπες μια πολύπλευρη κρίση, η οποία περιλαμβάνει το υγειονομικό σοκ, τις οικονομικές διαταραχές στο εσωτερικό τους, την πτώση της εξωτερικής ζήτησης για τις εξαγωγές τους, την εκροή κεφαλαίων και την κατάρρευση των τιμών των εμπορευμάτων.
