Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αποφάσισε να καταστήσει επιλέξιμα τα ελληνικά ομόλογα ως ενέχυρα για όλες τις πράξεις χρηματοδότησης, αφήνοντας στην άκρη τα προ κορονοϊού κριτήρια του «investment grade» και «συμμετοχής σε πρόγραμμα». Η απόφαση αυτή δίνει πρόσβαση σε απεριόριστη ρευστότητα, μειώνει το κόστος δανεισμού και το ελληνικό τραπεζικό σύστημα παίρνει μεγάλη ανάσα.
Η απόφαση για τα ελληνικά ομόλογα είναι μόνο μια… σφαίρα στο οπλοστάσιο αντιμετώπισης της κρίσης, καθώς, όπως γνωστοποίησε το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ, υιοθετείται ένα πρωτοφανές πακέτο μέτρων έκτακτης ανάγκης.
Ειδικότερα, πρώτον, η ΕΚΤ, με σειρά μέτρων που αφορούν τα ενέχυρα (collaterals), διευκολύνει την αύξηση της τραπεζικής χρηματοδότησης για παροχή δανείων σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Δεύτερον, αποφάσισε την υιοθέτηση δέσμης προσωρινών μέτρων, η οποία, εκτός από το θέμα των ελληνικών ομολόγων, προβλέπει επίσης:
▪ Μείωση του επιπέδου του ελάχιστου ορίου για εγχώριες πιστωτικές απαιτήσεις σε 0 ευρώ από 25.000 ευρώ προηγουμένως, για τη διευκόλυνση της κινητοποίησης δανείων από μικρές εταιρικές οντότητες ως ενέχυρων.
▪ Αύξηση, από 2,5% σε 10%, του μέγιστου μεριδίου των μη εξασφαλισμένων χρεογράφων που εκδίδονται από κάθε άλλο τραπεζικό όμιλο στη δεξαμενή ενεχύρων ενός πιστωτικού ιδρύματος. Αυτό θα επιτρέψει να κινητοποιηθεί μεγαλύτερο μερίδιο αυτών των στοιχείων ενεργητικού.
Τρίτον, αυξάνει προσωρινά το επίεπδο ανοχής του ρίσκου εντός του ευρωσυστήματος μέσω γενικής μείωσης του «κουρέματος» στα ενέχυρα κατά 20%. Στόχος αυτής της προσαρμογής είναι να συμβάλει στη λήψη μέτρων εξασφάλισης των ενεχύρων, διατηρώντας παράλληλα έναν συνεπή βαθμό προστασίας σε όλους τους τύπους περιουσιακών στοιχείων. Ολα τα προσωρινά μέτρα θα επανεκτιμηθούν στο τέλος του έτους.
Με δήλωσή του o υπουργός Οικονομικών, Χρήστος Σταϊκούρας, χαιρετίζει την απόφαση της ΕΚΤ για τα ελληνικά ομόλογα, καθώς, όπως αναφέρει, σε συνδυασμό με την προηγούμενη απόφαση για συμμετοχή των ελληνικών ομολόγων στο έκτακτο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης λόγω πανδημίας (PEPP), «διευρύνει σημαντικά τις πηγές χρηματοδότησης των ελληνικών τραπεζών και κατ’ επέκταση ενισχύει την ικανότητά τους να στηρίξουν την πραγματική οικονομία, τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά».
