Τρίμηνη ανακωχή στον μεταξύ τους εμπορικό πόλεμο κήρυξαν χθες ΗΠΑ και Κίνα. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Tραμπ και ο Κινέζος ομόλογός του Σι Τζινπίνγκ αποφάσισαν -στο περιθώριο της συνόδου των 20 πιο βιομηχανοποιημένων χωρών του κόσμου (G20) στο Μπουένος Αϊρες της Αργεντινής- να δώσουν περισσότερο χρόνο στις διαπραγματεύσεις για την επίλυση των εμπορικών τους διαφωνιών και να αφήσουν στην άκρη για κάποιο καιρό τις ανταλλαγές πυρών.
Η συμφωνία παύσης του πυρός επιτεύχθηκε έπειτα από δείπνο 2 1/2 ωρών των δύο ηγετών στην πρωτεύουσα της Αργεντινής.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση του Λευκού Οίκου, οι ΗΠΑ δεν θα υλοποιήσουν την απειλή τους για αύξηση των δασμών στις εισαγωγές κινεζικών αγαθών, αξίας 200 δισ. δολαρίων, από 10% σε 25% την 1η Ιανουαρίου 2019.
Η απειλή αυτή είχε τροφοδοτήσει έντονες ανησυχίες ότι θα μπορούσε να κλιμακώσει σε πολύ σοβαρά επίπεδα την εμπορική διένεξη μεταξύ των δύο χωρών οδηγώντας σε καταστρεπτικές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία και μεγάλη αναταραχή στις διεθνείς αγορές.
Ως αντάλλαγμα για την αναστολή της επιβολής των υψηλότερων αμερικανικών δασμών, η Κίνα συμφώνησε να προβεί σε εισαγωγές σημαντικών ποσοτήτων γεωργικών και βιομηχανικών προϊόντων, ενέργειας και άλλων αγαθών από τις ΗΠΑ, έτσι ώστε να εξισορροπηθεί κάπως το εμπορικό ισοζύγιο μεταξύ των δύο χωρών.
Η Κίνα είχε μειώσει δραστικά τις εισαγωγές σόγιας και άλλων γεωργικών προϊόντων από τις ΗΠΑ μετά την επιβολή δασμών στις εξαγωγές της από τον Ντόναλντ Τραμπ.
Τις συνέπειες αυτής της μείωσης επωμίστηκαν κυρίως οι Αμερικανοί αγρότες των Μεσοδυτικών Πολιτειών των ΗΠΑ που είχαν υποστηρίξει προεκλογικά τον Τραμπ και είδαν το εισόδημά τους να συρρικνώνεται.
Οι δύο πλευρές συμφώνησαν επίσης χθες να ξεκινήσουν άμεσα διαπραγματεύσεις προκειμένου να συμφωνήσουν σε «δομικές αλλαγές» στα χρόνια εμπορικά ζητήματα που τους χωρίζουν, όπως η προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων, οι μη δασμολογικοί εμπορικοί φραγμοί, η κλοπή υψηλής τεχνολογίας, οι υπηρεσίες και η αγροτική παραγωγή.
Οι αλλαγές αυτές θα πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί στις επόμενες 90 ημέρες και αν αυτό δεν επιτευχθεί, τότε οι αμερικανικοί δασμοί θα αυξηθούν τελικά στο 25%.
