Σε συνθήκες ασφυκτικής πίεσης παραμένουν οι μικρές και πολύ μικρές ελληνικές επιχειρήσεις υπό το βάρος του αυξημένου κόστους των πρώτων υλών και της ενέργειας. Παράλληλα, σε μεγάλο «αγκάθι» εξελίσσεται το ζήτημα της εύρεσης προσωπικού, ενώ διαχρονικό πρόβλημα παραμένει η περιορισμένη πρόσβαση των μικρομεσαίων σε χρηματοδοτικά εργαλεία.
Για το 65% των επιχειρήσεων σημαντικότερος επιβαρυντικός παράγοντας για τη λειτουργία τους είναι η αύξηση των τιμών στις πρώτες ύλες και για το 51% το ενεργειακό κόστος, σύμφωνα με τη νέα έρευνα που παρουσίασε το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας σε συνεργασία με την KPMG. Μάλιστα πάνω από τις μισές επιχειρήσεις δηλώνουν ότι έχουν αναγκαστεί να περιορίσουν την παραγωγή ή τη λειτουργία τους λόγω της ενεργειακής επιβάρυνσης. Επιπλέον, το 71% αδυνατεί να μετακυλήσει το αυξημένο κόστος στους πελάτες του, ενώ το 74% αντιμετωπίζει γραφειοκρατικά εμπόδια. Σχεδόν οκτώ στις δέκα επιχειρήσεις δυσκολεύονται επίσης να καλύψουν θέσεις εργασίας σε κλάδους υψηλής ζήτησης.
Μειωμένη η κατανάλωση
Την ίδια στιγμή, ακόμη και σε κλάδους που καλύπτουν βασικές ανάγκες των Ελλήνων, όπως η διατροφή, παρατηρείται υποχώρηση της ζήτησης. Για παράδειγμα, μπορεί η κατανάλωση στα ελληνικά σουπερμάρκετ να συνεχίζει να κινείται ανοδικά, ωστόσο η εικόνα δεν είναι ίδια για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις του κλάδου των τροφίμων και των ποτών.
Μία στις δύο επιχειρήσεις δηλώνει πως είδε τον τζίρο της να μειώνεται την τελευταία διετία και τέσσερις στις δέκα ότι η ζήτηση περιορίστηκε. Αυτό σημαίνει ότι πιθανόν οι καταναλωτές αναζητούν είδη για τη διατροφή τους από διαφορετικές πλέον «πηγές», όπως για παράδειγμα από μεγάλες επιχειρήσεις του εξωτερικού. Άλλωστε, επτά στις 10 μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις τονίζουν την έντονη πίεση που δέχονται από τον διεθνή ανταγωνισμό.
Για το 60% σημαντική είναι η επιβάρυνση που δέχονται από το αυξημένο κόστος των βασικών πρώτων υλών και σε αντίστοιχο ποσοστό οι επιχειρήσεις δηλώνουν πως έχουν περιορισμένη δυνατότητα για μετακύλιση του αυξημένου κόστους παραγωγής στους πελάτες τους. Παράλληλα, πάνω από τις μισές επιχειρήσεις «βλέπουν» περαιτέρω επιδείνωση της πορείας του κλάδου τον επόμενο χρόνο.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η πτώση της κατανάλωσης σε παραδοσιακά καταστήματα τροφίμων, όπως είναι οι φούρνοι και τα ζαχαροπλαστεία. Εδώ, το 86% δηλώνει ότι η κατανάλωση των προϊόντων της επιχείρησης έχει μειωθεί λόγω της ακρίβειας, με τις μισές από αυτές να μιλούν για «σημαντική μείωση». Παράλληλα, το 73% θεωρεί ότι το ενεργειακό κόστος λειτουργίας του εξοπλισμού επηρεάζει αρνητικά τη συνολική λειτουργία της επιχείρησης, ενώ επιβάρυνση από το αυξημένο κόστος των πρώτων υλών, όπως είναι το αλεύρι, το βούτυρο, το γάλα και οι συσκευασίες τροφίμων, διαπιστώνουν επτά στις 10 επιχειρήσεις.
Διαχρονικά οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις επισημαίνουν τη δυσκολία που έχουν για πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Σήμερα, το 10% περίπου των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων εμφανίζει ενδείξεις σοβαρής χρηματοπιστωτικής πίεσης, σύμφωνα με την έρευνα. Την ίδια στιγμή, το 77% δυσκολεύεται να αποκτήσει πρόσβαση σε χρηματοδότηση.
Μάλιστα, έξι στις 10 επιχειρήσεις δηλώνουν πως τα τελευταία δύο χρόνια αναζήτησαν τραπεζική χρηματοδότηση, αλλά το 27% από αυτές είδε το αίτημά του να απορρίπτεται. Περιορισμένη διαπιστώνεται και η δυνατότητα για αξιοποίηση εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης, καθώς το 16,% των ελληνικών επιχειρήσεων δηλώνει ότι αντιμετωπίζει δυσκολίες πρόσβασης και σε εξωτερική χρηματοδότηση, έναντι αντίστοιχου ποσοστού 6,2% στην Ευρώπη.
Στο πλαίσιο αυτό, οι ελληνικές επιχειρήσεις ζητούν ευκολότερη πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση, καλύτερη ενημέρωση για προγράμματα ενίσχυσης και επιδοτήσεις, καθώς και τη δημιουργία χρηματοδοτικών εργαλείων προσαρμοσμένων στις ανάγκες των μικρών επιχειρήσεων.
Μείζον ζήτημα η έλλειψη κατάλληλου προσωπικού
Η έλλειψη προσωπικού ειδικά σε τομείς υψηλής ζήτησης αναδεικνύεται τα τελευταία χρόνια σε μείζον ζήτημα για τις επιχειρήσεις σε όλους σχεδόν τους κλάδους της οικονομίας. Με βάση την έρευνα, το 74% των επιχειρήσεων δηλώνει πως αντιμετωπίζει έλλειψη κατάλληλου προσωπικού, ενώ το 62% αναφέρει ότι αυτό επηρεάζει την παραγωγική δυνατότητα και την ανάπτυξη της επιχείρησης. Μάλιστα σε ποσοστό 79% οι επιχειρήσεις έχουν αναγκαστεί να περιορίσουν δραστηριότητες ακριβώς λόγω της δυσκολίας που αντιμετωπίζουν στο να βρουν εργαζόμενους. Ως βασικούς λόγους του συγκεκριμένου προβλήματος, οι μισές επιχειρήσεις επισημαίνουν τη χαμηλή διαθεσιμότητα, το 30% επικαλείται την έλλειψη εξειδίκευσης και το 15% συνδέει το ζήτημα με τις αμοιβές που δίνονται.
