Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η γλώσσα αποτελεί τον κατεξοχήν χώρο όπου το τραύμα μετασχηματίζεται σε νόημα, γράφει η Τζούλια Κρίστεβα στο βιβλίο της «Pouvoirs de l’ horreur» όπου αναλύει την έννοια του «αποκρουστικού» ως εκείνου που απωθείται από το υποκείμενο αλλά τελικά το συγκροτεί. Η ψυχαναλύτρια, φιλόσοφος και κριτικός λογοτεχνίας εξηγεί μέσα και από μεταγενέστερα έργα της πώς -σε διαγενεακό επίπεδο- η μη επεξεργασμένη απώλεια μπορεί να μεταβιβαστεί ως σιωπηλό βάρος στις επόμενες γενιές και κυρίως πώς η λογοτεχνία λειτουργεί ως πεδίο συμβολοποίησης αυτής της άρρητης εμπειρίας.

Η Φωτεινή Τσαλίκογλου, συγγραφέας και ομότιμη καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, μέσα από το τελευταίο της μυθιστόρημα «Ο Ιωσήφ ήρθε μετά» μεταπλάθει μια τραγική οικογενειακή ιστορία σε λογοτεχνικό έργο καταδεικνύοντας πως η λογοτεχνία ως προνομιακό πεδίο διερεύνησης του διαγενεακού τραύματος αποτυπώνει τη «δανεική μνήμη», όπου οι απόγονοι βιώνουν το παρελθόν ως εσωτερική πραγματικότητα. Διαπιστώνουμε σελίδα σελίδα πώς το τραύμα γίνεται μέρος της ταυτότητας των ηρώων ακόμη κι αν δεν έχουν προσωπική εμπειρία του ιστορικού γεγονότος. Η Θάλεια -ψευδώνυμο της γυναίκας που εμπιστεύεται στην ψυχολόγο Φωτεινή Τσαλίκογλου την καταγραφή της ζωής της- είναι η ζωντανή απόδειξη πως το τραύμα που μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά δεν περιορίζεται σε ιστορικά γεγονότα· εγγράφεται στη γλώσσα, στη σιωπή, στα οικογενειακά αφηγήματα. Στα μάτια της Θάλειας, ο αδελφός της Ιωσήφ είναι τέρας. Κατά τη διάρκεια ωστόσο της αφήγησής της παρατηρούμε πώς «κατασκευάστηκε» αυτό το τρομακτικό πλάσμα.

Η οικογενειακή «κατάρα» φαίνεται να έχει τις ρίζες της στη γιαγιά Θάλεια – η οποία με το που μαθαίνει για τον θάνατο του γιου της που σπουδάζει στην Αθήνα, τον πέμπτο θάνατο ενός παιδιού της, έχοντας ορκιστεί στον άντρα της να μην ουρλιάξει μόλις μάθει την αλήθεια, για να μην τρομάξουν τα υπόλοιπα παιδιά, εσωτερικεύει το τραύμα, βαθιά μέσα της. Η περίπτωση της Θάλειας, λοιπόν, συνδέεται με τον Μάρκο, τον γιο της, αλλά και τη νύφη της, την Ανθή, με την εναρκτήρια σκηνή της αποβολής και της αυτόματης υπόσχεσης για αναπλήρωση του χαμένου εμβρύου, που οδηγεί στη γέννηση του Ιωσήφ για να επανορθωθεί ο εμβρυϊκός θάνατος.

Ο πατέρας του Ιωσήφ και της Θάλειας, «ένας ήρωας και προδότης μαζί», αριστερός που πολέμησε στον Εμφύλιο, καταδόθηκε από τον ίδιο του τον αδερφό και αναγκάστηκε να μετανοήσει, αυτοκτονεί μέσα στο σπίτι. Το ίδιο και η μητέρα τους, Ανθή. Ο Ιωσήφ κάποια χρόνια αργότερα, δολοφονεί τον σύζυγο της ερωμένης του και κλείνεται σε ίδρυμα. Και η Θάλεια, η αφηγήτρια της ιστορίας, καταργεί τη γονιμότητα της για να σπάσει την αλυσίδα νοσηρότητας.

Η ψύχωση -ως εμπειρία διάρρηξης της σχέσης με την πραγματικότητα- έχει υπάρξει ως ένα από τα σύνθετα θέματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Η λογοτεχνία, αναπαριστώντας την ψύχωση, δεν επιδιώκει απλώς να περιγράψει μια «ψυχική νόσο». Προσφέρει μια ζωντανή και βαθιά πρόσβαση στον κόσμο της ανθρώπινης εμπειρίας όταν οι δομές της κανονικότητας θρυμματίζονται, ενώ βοηθά τους αναγνώστες να κατανοήσουν καλύτερα τη δική τους οικογενειακή ιστορία. Ιδιαίτερα όταν πραγματεύεται τα διαγενεακά τραύματα λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Τότε μπορεί να σπάσει το στίγμα που περιβάλλει αυτή την απομονωτική εμπειρία είτε δίνοντας φωνή και υπόσταση σε έναν ψυχωσικό ήρωα είτε τοποθετώντας τον μέσα σε μια τραγική οικογενειακή ιστορία διαμέσου της αφήγησης τρίτου που αναδεικνύει το διαγενεακό τραύμα.

To μυθιστόρημα της Φωτεινής Τσαλίκογλου φέρνει στο νου την έννοια της «μεταμνήμης» (postmemory), όπως διατυπώνεται από τη Marianne Hirsch στο έργο της The Generation of Postmemory, έννοια που αναφέρεται στη σχέση της δεύτερης γενιάς με τραυματικές εμπειρίες που δεν έζησε άμεσα αλλά κληρονόμησε μέσα από αφηγήσεις και μοτίβα.

Διότι το τραύμα όταν δεν έχει συμβολοποιηθεί, παραμένει σε μια οριακή κατάσταση μεταξύ λόγου και σιωπής. Αν για τη Hirsch η μεταμνήμη αφορά τη μεταβίβαση του τραύματος, ο Ricoeur μάς δείχνει πώς αυτό το τραύμα μπορεί να ενσωματωθεί σε μια νέα αφηγηματική ταυτότητα. Η ανθρώπινη ταυτότητα –σημειώνει ο Paul Ricoeur- συγκροτείται αφηγηματικά: γινόμαστε αυτό που είμαστε μέσα από τις ιστορίες που λέμε για τον εαυτό μας. Για τον Ricoeur το τραύμα διαρρηγνύει τη συνοχή της αφήγησης. Δημιουργεί ρήγματα στον χρόνο και στην εμπειρία. Η αφήγηση είναι μια πράξη «ανασύνθεσης» του χρόνου, δίνοντας μορφή σε ό,τι ήταν ασύνδετο και άναρθρο. Μέσα από τη μυθοπλασία, το τραυματικό γεγονός εντάσσεται σε μια ιστορία που μπορεί να ειπωθεί και να ακουστεί.

Βλέπουμε μέσα από θεωρητικές προσεγγίσεις όπως της Kristeva, της Hirsch, του Ricoeur πως το τραύμα δεν αποτελεί μόνο ψυχικό γεγονός αλλά και αφηγηματική πρόκληση.

«Ο Ιωσήφ ήρθε μετά» ανήκει στα μυθιστορήματα που μετατρέπουν τη σιωπή σε λόγο, που αποκαλύπτουν την ιαματική λειτουργία της γλώσσας και αναδεικνύουν τη λογοτεχνία ως πεδίο ανασυγκρότησης της υποκειμενικότητας. Ναι, η καλή λογοτεχνία αποτελεί έναν από τους πιο ουσιαστικούς τρόπους κατανόησης της ανθρώπινης εμπειρίας, ικανή να προσφέρει χώρο για τη συμβολοποίηση του ανείπωτου, την κατανόηση της μεταβίβασης της μνήμης και την επανεγγραφή της ταυτότητας.

Και ναι, οι λέξεις, σε τέτοιες περιπτώσεις, σώζουν.