Ενα ανήλικο κορίτσι καταλήγει στη φυλακή έπειτα από επίθεση με μαχαίρι σε άλλη ανήλικη μέσα σε σχολείο, στο κέντρο της Αθήνας. Τι έχει να πει αυτό για το σωφρονιστικό και για το εκπαιδευτικό σύστημα στη χώρα μας που διαχωρίζει τα παιδιά σε θύτες και θύματα αντί να αναρωτηθεί για τις πραγματικές αιτίες της εφηβικής βίας; Αν ακολουθήσουμε το συλλογισμό του Ζιλ Ντελέζ, ο εγκλεισμός ανηλίκων δεν περιορίζεται στη φυλακή· επεκτείνεται στο σχολείο μέσα από πειθαρχικές πρακτικές, αποβολές και αποκλεισμούς. Η φυλακή λειτουργεί ως κορύφωση μιας ήδη υπάρχουσας αλυσίδας ελέγχου. Ο ανήλικος περνά από θεσμό σε θεσμό, χωρίς ποτέ να εξέρχεται πραγματικά από το πλέγμα επιτήρησης και όταν γίνεται παραβατικός πρέπει να απομονωθεί ώστε να μη διαταράξει τη ροή του κοινωνικού σώματος. Η φυλάκιση δεν αποσκοπεί στη μεταμόρφωση, αλλά στην ακινητοποίησή του.
Γιατί το ελληνικό σύστημα τιμωρεί και περιθωριοποιεί αντί να αναρωτηθεί τους λόγους για τους οποίους ο έφηβος αντιδρά; Γιατί το σύστημά μας δεν ρωτά τι επιθυμεί το παιδί, αλλά πώς θα το περιορίσει; Πού ήταν οι θεσμοί όταν το παιδί βίωνε φόβο, ταπείνωση, θυμό;
Στην πραγματικότητα παιδί που ασκεί βία αντανακλά πάντα μια κοινωνία που δυσκολεύεται να συμβολοποιήσει τη ματαίωση, να αντέξει τη διαφορά, να δώσει χώρο στη σύγκρουση χωρίς να την ποινικοποιεί άμεσα. Η ανήλικη δράστρια δεν συνιστά απλώς υποκείμενο παραβατικής συμπεριφοράς, αλλά κόμβο όπου συμπυκνώνονται κενά και αποτυχίες του κοινωνικού δεσμού. Αντιδρά δηλαδή σε μια διαρκή αποστέρηση φωνής, νοήματος και δυνατότητας συμμετοχής.
Και γνωρίζουμε καλά μέσα από τη φροϊδική θεωρία πως όταν δεν υπάρχει δυνατότητα διεργασίας του τραύματος, το τραύμα επιστρέφει ως επανάληψη. Η βία, επομένως, δεν αποτελεί μόνο αντικοινωνική συμπεριφορά, αλλά απόπειρα ψυχικής εκφόρτισης και αναγνώρισης εντός ενός Αλλου που αποτυγχάνει να ακούσει.
Στη λακανική σκέψη, η βίαιη πράξη συχνά νοείται ως πέρασμα στην πράξη -passage à l’acte- μια έξοδος από το πεδίο του λόγου όταν το υποκείμενο αδυνατεί να συμβολοποιήσει το τραυματικό βίωμα. Στην περίπτωση των ανηλίκων, η αδυναμία αυτή συνδέεται άρρηκτα με την ελλιπή λειτουργία των πρωτογενών και δευτερογενών πλαισίων κοινωνικοποίησης: οικογένεια, σχολείο, κοινότητα. Η μαχαιριά είναι ένα πέρασμα στην πράξη που μαρτυρά τη ρήξη της συμβολικής τάξης: οικογένεια, σχολείο, θεσμοί, όλοι οι μηχανισμοί που υποτίθεται ότι μεσολαβούν ανάμεσα στην επιθυμία και στον νόμο, έχουν αποσυρθεί ή έχουν καταρρεύσει.
Η πραγματική ερώτηση δεν είναι αν ένα παιδί «αξίζει» τη φυλακή, αλλά εάν η κοινωνία κάνει ό,τι χρειάζεται για να μη φτάνει ένα παιδί ποτέ εκεί και κατά πόσο το ελληνικό σχολείο μπορεί να λειτουργήσει ως χώρος συμβολικής επεξεργασίας της σύγκρουσης και όχι ως χώρος απλής πειθαρχίας μέσα στον οποίο περιδιαβαίνουν σχολικοί ψυχολόγοι, οι οποίοι έχουν επιφορτιστεί με πέντε σχολεία, δηλαδή δεν έχουν καμία πραγματική δυνατότητα ενασχόλησης με τους μαθητές.
Η δημόσια συζήτηση γύρω από σοβαρά περιστατικά βίας ανηλίκων τείνει να εγκλωβίζεται σε μια διχοτομία μεταξύ ατομικής ευθύνης και ψυχοπαθολογικής ερμηνείας, μεταξύ παιδιών-θυτών και παιδιών-θυμάτων. Αλήθεια ποιος τολμά να μιλά για παιδιά-θύτες; Κι όμως στον δημόσιο λόγο, το παιδί-δράστης εμφανίζεται συχνά ως «τέρας» που πρέπει να απομονωθεί. Το παιδί -είτε θύτης είτε θύμα- απογυμνώνεται από τη συμβολική του θέση: παύει να είναι υποκείμενο και γίνεται αντικείμενο διαχείρισης. Η έννοια της παιδικής προστασίας, όπως εφαρμόζεται στον σύγχρονο θεσμικό λόγο, συχνά συγχέεται με τη διαχείριση του κοινωνικού κινδύνου. Οταν λοιπόν η προστασία ταυτίζεται με τον εγκλεισμό, τότε πρόκειται για προστασία της κοινωνίας από το παιδί – όχι του παιδιού από τις συνθήκες που το διαμόρφωσαν.
Αυτό συμβαίνει γιατί η πολιτεία αδυνατεί να αντέξει την ιδέα ότι η βία γεννιέται εντός της. Ετσι την εξορίζει. Τη μεταθέτει στο άτομο. «Δεν φταίμε εμείς», λέει, «φταίει η 16χρονη». Ετσι, το παιδί γίνεται αποδιοπομπαίος τράγος μιας συλλογικής αποτυχίας πρόληψης, φροντίδας και ακρόασης. Στην πραγματικότητα όμως το παιδί απλά αναλαμβάνει, μέσω του περάσματος στη βίαιη πράξη, να καταστήσει ορατή την αποτυχία της κοινωνίας να παράσχει χώρους ακρόασης, φροντίδας και νοήματος.
Η φυλακή δεν θεραπεύει το τραύμα. Το αναπαράγει. Δεν εισάγει τον συμβολικό νόμο, αλλά τον πραγματικό: τον νόμο της βίας, της επιτήρησης, της σιωπής. Για έναν ανήλικο, αυτό σημαίνει συχνά παγίωση της ταυτότητας του «επικίνδυνου άλλου». Το παιδί παύει να είναι παιδί και γίνεται φάκελος. Ο Φουκό στο «Επιτήρηση και Τιμωρία» σημειώνει πως το σωφρονιστικό σύστημα δεν σχεδιάστηκε για να εξαφανίσει την παραβατικότητα, αλλά για να την ταξινομήσει, να τη διαχειριστεί και να την καταστήσει χρήσιμη ως πεδίο άσκησης εξουσίας. Στο ελληνικό πλαίσιο, ο ανήλικος παραβάτης δεν αντιμετωπίζεται ως παιδί που χρήζει φροντίδας, αλλά ως πρώιμος φορέας επικινδυνότητας. Ο ανήλικος δεν σωφρονίζεται. Το σώμα του απλά γίνεται στόχος και αντικείμενο πειθαρχικής παρέμβασης. Ετσι, ο σωφρονισμός μετατρέπεται σε διαδικασία υποκειμενοποίησης: το παιδί μαθαίνει να αναγνωρίζει τον εαυτό του ως «παραβάτη» και να αυτοπροσδιορίζεται ως θύτης. Κι όποιος ενήλικας πιστεύει πως υπάρχουν παιδιά-θύτες, ας κοιτάξει τον εαυτό του στον καθρέφτη.
