Στη Φινλανδία το Housing First for Youth, μια εξειδικευμένη εφαρμογή της στεγαστικής πολιτικής Housing First, σχεδιασμένη ειδικά για εφήβους και νέους μέχρι 24 ετών, αντιμετωπίζει τα τελευταία χρόνια τον κίνδυνο της αστεγίας μέσω της έγκαιρης ανίχνευσης και παρέμβασης σε παιδιά και εφήβους διασφαλίζοντας πως οι νέοι αποκτούν όχι μόνο στέγη αλλά και τη στήριξη που χρειάζονται για να αναπτύξουν δεξιότητες ανεξάρτητης διαβίωσης. Η στέγαση των νέων σε ανεξάρτητα διαμερίσματα ή μικρές κατοικίες συνοδεύεται από ένα ευρύ φάσμα υποστηρικτικών υπηρεσιών, όπως ψυχοκοινωνική υποστήριξη.
Στην Πορτογαλία, η Εθνική Στρατηγική για την Ενταξη των Αστέγων (ENIPSSA) αναγνωρίζει πλέον την ανάγκη υποστήριξης των εφήβων που βρίσκονται σε κατάσταση στεγαστικής επισφάλειας, προσφέροντας τα τελευταία χρόνια εξειδικευμένες κοινωνικές και στεγαστικές υπηρεσίες.
Ποια πατρίδα υπάρχει για τα παιδιά και τους εφήβους στη χώρα μας που έχουν έρθει αντιμέτωπα με τον κίνδυνο της αστεγίας; Κατά πόσο έχουν αναπτυχθεί οι πολιτικές εναλλακτικής φροντίδας, όπως η αναδοχή, η τεκνοθεσία και οι δομές ημιαυτόνομης διαβίωσης έτσι ώστε να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των ευάλωτων παιδιών και εφήβων μας και κατ’ επέκταση πώς έχει καταγραφεί το παιδί στο συνειδητό ή και στο ασυνείδητο της ελληνικής Πολιτείας;
Στην Ελλάδα, η παιδική προστασία παραμένει εγκλωβισμένη σε ιδρυματικές μορφές στεγαστικής μέριμνας, παρότι αυτές θεωρούνται αναχρονιστικές, αναποτελεσματικές και κακοποιητικές, με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να αποκλίνει από τις σύγχρονες στεγαστικές προσεγγίσεις που προάγουν την οικογενειακή και κοινοτική διαβίωση, όπως αναφέρει ο Νίκος Κουραχάνης στο τελευταίο του βιβλίο «Στέγαση και παιδική προστασία. Η ψευδεπίγραφη αποϊδρυματοποίηση» (εκδόσεις Τόπος). Το βιβλίο, που σκιαγραφεί τις σύγχρονες διεθνείς πρακτικές, αποτελεί μια πολύτιμη κριτική αποτίμηση του ελληνικού συστήματος παιδικής προστασίας, θίγοντας τη βαθιά σύνδεση μεταξύ κοινωνικής πολιτικής και παιδικής ευημερίας και αναδεικνύοντας την ελλειμματική ανάπτυξη των πολιτικών εναλλακτικής φροντίδας, καθώς και την επικοινωνιακή κατάχρησή τους από τις εγχώριες κυβερνήσεις, οι οποίες τις επικαλούνται χωρίς στην πραγματικότητα να τις εφαρμόζουν.
Τι σημαίνει το παιδί για την ελληνική Πολιτεία;
Με ψυχαναλυτικούς και βιοπολιτικούς όρους, το παιδί και ο έφηβος στην ελληνική Πολιτεία και κοινωνία δεν είναι απλώς ηλικιακές κατηγορίες αλλά είναι φορτωμένοι με προσδοκίες, επιθυμίες και φαντασιώσεις. Η παιδική προστασία στην Ελλάδα –όπως και στις περισσότερες χώρες της Δύσης– λειτουργεί ως κλασικός βιοπολιτικός μηχανισμός: ένα σύνολο θεσμών, κανόνων και πρακτικών που στόχο έχουν να «προστατέψουν τη ζωή» των ανηλίκων αλλά ταυτόχρονα να τη διαχειριστούν και να τη ρυθμίσουν. Μήπως ένα παιδί σε φτώχεια θεωρείται ευάλωτο κυρίως γιατί «αποκλίνει από την προσδοκώμενη κανονικότητα» του παιδικού βιώματος;
Παρόλο όμως που η στέγαση αποτελεί έναν από τους θεμελιώδεις παράγοντες για τη διαμόρφωση της παιδικής ευημερίας, καθώς συνδέεται άμεσα με την υγεία, την ασφάλεια, την ανάπτυξη και την κοινωνική ενσωμάτωση των παιδιών, η Ελλάδα παραδοσιακά χαρακτηρίζεται από την επικράτηση της ιδρυματοκεντρικής προσέγγισης στον τομέα της παιδικής προστασίας, όπου η τοποθέτηση ευάλωτων παιδιών και εφήβων σε μαζικές δομές ιδρυμάτων αποτέλεσε την κύρια μορφή στεγαστικής μέριμνας, όπως αναφέρεται στο βιβλίο. Την ίδια στιγμή, πολιτικές εναλλακτικής φροντίδας, όπως η ανάδοχη φροντίδα, η υιοθεσία και οι δομές ημιαυτόνομης διαβίωσης, είναι παραγκωνισμένες παρόλο που η ιδρυματοκεντρική προσέγγιση έχει αποδειχθεί αναποτελεσματική, αναχρονιστική και κακοποιητική. Βάσει της ψυχαναλυτικής σκέψης, ένα παιδί σε ίδρυμα βρίσκεται σε μια ενδιάμεση ζώνη, χωρίς μητρική/πατρική φιγούρα, χωρίς σταθερό πρόσωπο φροντίδας, άρα χωρίς «Αλλο» που να το υποδέχεται στο συμβολικό. Αυτό δημιουργεί ένα παιδί που ανήκει στο κράτος, όχι σε μια σχέση. Από βιοπολιτική σκοπιά: η ιδρυματική φροντίδα είναι μορφή ελέγχου του πληθυσμού, δηλαδή επιτρέπει στο κράτος να «συγκεντρώνει» παιδιά εκτός κανονικότητας. Τα ιδρύματα παιδικής προστασίας συχνά λειτουργούσαν ως απομονωμένοι χώροι εγκλεισμού, αντί να αποτελούν μηχανισμούς κοινωνικής συμπερίληψης. Τα παιδιά που μεγάλωναν σε αυτά τα περιβάλλοντα στερούνταν της ατομικής φροντίδας και της συναισθηματικής ασφάλειας που προσφέρει ένα οικογενειακό πλαίσιο, γεγονός που είχε σοβαρές επιπτώσεις στην ψυχική και κοινωνική τους ανάπτυξη. Η
Ο συγγραφέας υπογραμμίζει την αναγκαιότητα στρατηγικής μετάβασης από την ιδρυματική στέγαση σε στεγαστικές πολιτικές. Ο Ν. Κουραχάνης μιλά για τα αδιέξοδα του οικογενειοκεντρικού καπιταλισμού, για το πώς το ιδρυματοκεντρικό μοντέλο που επικράτησε για δεκαετίες στην Ελλάδα διαιωνίζει παθογένειες, εγκλωβίζοντας τα ευάλωτα παιδιά σε έναν φαύλο κύκλο ιδρυματοποίησης, με τη μακροχρόνια παραμονή τους σε αυτά να έχει επιζήμιες επιπτώσεις στην ψυχοκοινωνική τους ανάπτυξη. Επισημαίνει δε πως οι δομές ημιαυτόνομης διαβίωσης δεν πρέπει να είναι απλά χώροι διαμονής, αλλά ζωντανά κύτταρα ανάπτυξης επαγγελματικών και κοινωνικών δεξιοτήτων, όπου οι νέοι μαθαίνουν να διαχειρίζονται τα οικονομικά τους, να βρίσκουν δουλειά και να ενσωματώνονται στην κοινωνία.
Στο τελευταίο κεφάλαιο τονίζει την ανάγκη μετάβασης από το παραδοσιακό, ιδρυματικό μοντέλο φροντίδας σε πιο σύγχρονες και εξατομικευμένες προσεγγίσεις, όπως η αναδοχή, η υιοθεσία και η ημιαυτόνομη διαβίωση, οι οποίες προωθούν τη σταθερότητα και την κοινωνική ενσωμάτωση των παιδιών σε ένα οικογενειακό περιβάλλον. Γιατί αν γλιτώσει το παιδί, υπάρχει ελπίδα.
