Η Temple Grandin διαγνώστηκε με αυτισμό τη δεκαετία του ’50, σε μια εποχή που οι γνώσεις για τη διαταραχή ήταν ελάχιστες και οι προκαταλήψεις τεράστιες. Οι γιατροί ζήτησαν τον εγκλεισμό της σε ίδρυμα αλλά η μητέρα της επέμεινε σε θεραπείες λόγου και εκπαίδευσης. H Grandin είναι σήμερα καθηγήτρια στο Colorado State University, συγγραφέας διεθνών best seller και μια από τις πιο σημαντικές φωνές παγκοσμίως για την κατανόηση του αυτισμού. Μέσα από τα βιβλία και τις ομιλίες της, έχει αλλάξει ριζικά τον τρόπο που η κοινωνία αντιλαμβάνεται τα άτομα στο φάσμα. Στο βιβλίο «Πλοήγηση στον αυτισμό» (Εκδόσεις Gutenberg) μαζί με την ψυχολόγο Debra Moore παρουσιάζουν εννέα νοοτροπίες αντιμετώπισης των ατόμων στο φάσμα του αυτισμού.
Η ιστορία της Grandin αποδεικνύει στην πράξη πως η νευροδιαφορετικότητα δεν είναι παθολογία αλλά μια μορφή ζωής, πως ο αυτισμός δεν είναι ασθένεια που πρέπει να «θεραπευτεί», αλλά διαφορετική μορφή εγκεφαλικής λειτουργίας που πρέπει να γίνει κατανοητή και αξιοποιήσιμη, ένας άλλος τρόπος σκέψης.
Αυτό που μας εμποδίζει στην πραγματικότητα είναι το στίγμα, το οποίο συχνά είναι πολλαπλό, ιδίως όταν οι ταυτότητες δεν προστίθενται αλλά διασταυρώνονται. Για παράδειγμα, όπως προκύπτει μέσα από πρόσφατες έρευνες, η αναλογία τρανς και μη δυαδικών ατόμων είναι σημαντικά υψηλότερη στον αυτιστικό πληθυσμό από ό,τι στον γενικό. Αυτό σημαίνει πως η ταυτότητα φύλου βιώνεται συχνά με έναν μη κοινωνικά διαμεσολαβημένο τρόπο, δηλαδή χωρίς τον έντονο προσανατολισμό στις κοινωνικές νόρμες που χαρακτηρίζει τα νευροτυπικά άτομα.
Εχετε σκεφτεί τι συμβαίνει όταν η νευροδιαφορετικότητα συναντά τη φυλοδιαφορετικότητα, όταν δηλαδή ένα παιδί δηλώνει δυσφορία φύλου και την εκφράζει; Οταν ένα αυτιστικό κορίτσι δεν συμμορφώνεται με τις θηλυκές προσδοκίες, όταν ένα αυτιστικό αγόρι εκφράζει έμφυλη ευαισθησία; Ο ψυχιατρικός λόγος συχνά αντιμετωπίζει τόσο τη φυλοδιαφορετικότητα όσο και τον αυτισμό με όρους «διαταραχής», εντάσσοντάς τους σε ιατρικά πλαίσια που λειτουργούν ως τεχνικές εξουσίας πάνω στη ζωή. Ενα αυτιστικό τρανς άτομο συχνά αντιμετωπίζει στιγματισμό μέσα στην κοινότητα των αυτιστικών (όταν η φυλοδιαφορετικότητα δεν είναι αποδεκτή) ή στιγματισμό μέσα στην LGBTQ+ κοινότητα (όταν η αυτιστική διαφορά παρερμηνεύεται ως «αδεξιότητα» ή «έλλειψη αυθεντικότητας») ή πολλαπλό στιγματισμό στο γενικό κοινωνικό πλαίσιο, όταν και οι δύο ταυτότητες γίνονται αντιληπτές ως μη φυσιολογικές.
Στο Πανελλήνιο Συνέδριο για τον Αυτισμό στην Αθήνα, που διεξάγεται τις ημέρες δημοσίευσης αυτού του άρθρου, η Αντιγόνη Μάρα και ο Ηemin Κhasrow από το Merg Foundation παρουσιάζουν μια κριτική επανεξέταση του τρόπου με τον οποίο τα κοινωνικοπολιτισμικά και νομικά μας συστήματα υποστηρίζουν τα άτομα με αυτισμό που παρουσιάζουν διαφορετικότητα φύλου. Η Αντιγόνη Μάρα, σύμβουλος εκπαίδευσης και ψυχικής υγείας στον οργανισμό Merg Foundation, εξειδικευμένη επαγγελματίας στις μαθησιακές δυσκολίες και στα σύνδρομα, υπογραμμίζει ότι η υποστήριξη αυτής της διασταύρωσης δεν είναι ένα περιθωριακό ζήτημα, αλλά θεμελιώδες για την ευημερία τους και πως τα συστήματά μας βασίζονται σε άκαμπτα δυαδικά συστήματα που συχνά αποτυγχάνουν να ανταποκριθούν στις ανάγκες των ατόμων με νευροδιαφορετικότητα και διαφορετική ταυτότητα φύλου. Γι’ αυτόν τον λόγο θα πρέπει να προχωρήσουμε από την απλή αναγνώριση αυτού του προβλήματος στην ενεργή κατάργηση των πλαισίων που εμποδίζουν την αυτοπραγμάτωση και να δημιουργήσουμε πλαίσια χωρίς αποκλεισμούς, προσαρμοσμένα στο ελληνικό κοινωνικοπολιτισμικό γίγνεσθαι, ώστε να διασφαλιστεί ότι κανένα άτομο δεν θα μείνει πίσω λόγω της διασταύρωσης των ταυτοτήτων του. Εχετε αναρωτηθεί ποια είναι η κοινωνική αναπαράσταση στη χώρα μας για το αυτιστικό παιδί και για τον αυτιστικό έφηβο non-binary που δηλώνει αμφισημία στο φύλο, σε τι είδους περιβάλλον μεγαλώνουν τα παιδιά και οι έφηβοι με την όποια νευροδιαφορετικότητα και φυλοδιαφορετικότητα στην Ελλάδα;
Η διάγνωσή τους μπορεί να αμφισβητηθεί, σαν η ταυτότητα φύλου να αποτελεί παράγωγο της νευρολογικής τους ιδιαιτερότητας, δηλαδή σαν να μη λαμβάνει υπόψη της η ιατρική κοινότητα πως η έλλειψη κοινωνικής «μάσκας» (camouflaging), για την οποία έχουν μιλήσει πολλοί αυτιστικοί, μπορεί να επιτρέπει μια πιο ειλικρινή, αν και κοινωνικά δύσκολη, σχέση με το φύλο.
Η ιατρικοποίηση της διαφοράς είναι εξάλλου -όπως γράφει η νευροδιαφορετική θεωρητικός Nick Walker- μια μορφή πολιτισμικού ελέγχου: κάνει την απόκλιση να φαίνεται σαν σφάλμα που πρέπει να «διορθωθεί», με αποτέλεσμα η διάγνωση ενός αυτιστικού non binary σήμερα να ακυρώνει εντελώς το υποκείμενο, με την ψυχαναλυτική έννοια. Δεδομένου πως η κοινωνία επιβάλλει ένα πλέγμα κανόνων πάνω στο σώμα και τη συμπεριφορά -βάσει βιοπολιτικής σκοπιάς και της φουκοϊκής σκέψης- καθορίζοντας ποιο είναι το «ορθό» φύλο, η «κανονική» έκφραση, η «φυσιολογική» κοινωνικότητα, τα άτομα στο φάσμα του αυτισμού που βιώνουν το φύλο τους έξω από τα διπολικά πρότυπα βρίσκονται εκτός δύο ορίων κανονικότητας: του νευροτυπικού τρόπου ύπαρξης και του δυαδικού συστήματος φύλου. Αποτέλεσμα; Τα αυτιστικά non binary άτομα βιώνουν διπλό στιγματισμό και είναι ευάλωτα σε μορφές επιτήρησης, παθολογικοποίησης και κοινωνικής απομόνωσης. Το Πανελλήνιο Συνέδριο για τον Αυτισμό στην Αθήνα δεν είναι -ή δεν θα έπρεπε να είναι- ακόμα ένα επιστημονικό συμβάν κανονικοποίησης, αλλά μια ευκαιρία μετατόπισης από τη λογική της θεραπείας στη συν-ύπαρξη, μια άλλη πρόταση για το τι σημαίνει να σχετίζεσαι, να αντιλαμβάνεσαι, να είσαι στον κόσμο.
Από ανθρωπολογική σκοπιά εξάλλου ο αυτισμός μάς αναγκάζει να επαναπροσδιορίσουμε τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε και αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, να αποδεχθούμε πως o κάθε τρόπος σκέψης έχει αξία, πως η ποικιλία των εγκεφάλων είναι η βάση της εξέλιξης, πως «ο κόσμος χρειάζεται όλα τα είδη μυαλών» – όπως γράφει η Grandin. Αρκεί φυσικά η πολιτεία να επαναπροσδιορίσει τη σχέση της με τα μη νευροτυπικά άτομα, δηλαδή να αναλάβει την ευθύνη της απέναντι στους ανθρώπους που δεν διαθέτουν πάντα τη γλώσσα ως εργαλείο, να υιοθετήσει ένα θεωρητικό, πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο που θα βλέπει τις διαφορές ως φυσικά στοιχεία της ανθρώπινης ποικιλομορφίας και θα τους επιτρέπει να βρουν τη θέση τους μέσα στον κοινωνικό δεσμό. Αρκεί να μας επιτρέψουμε να δούμε και να μάθουμε τον κόσμο μέσα από τα μάτια τους. Και αυτή η κατανόηση θα οδηγήσει σε μια πιο ανθρώπινη κοινωνία.
