Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το κύμα της μετανάστευσης υψηλής ειδίκευσης δεν είναι κάτι καινούργιο στη χώρα μας. Η διαφυγή πνευματικού δυναμικού σε μαζικά κύματα υπήρχε ανέκαθεν παρά το κατά περιόδους brain regain λόγω νοσταλγίας ή εποχικών κινήτρων. Σήμερα νέοι εργαζόμενοι -τεχνικά καταρτισμένοι- συνεχίζουν να μεταναστεύουν όχι για να βρουν μια δουλειά αλλά για λόγους αναξιοκρατίας και νεποτισμού, αναζητώντας όλα εκείνα που δεν βρίσκουν στην ίδια τους την πατρίδα: δηλαδή, αξιοκρατία, αξιοπρεπείς αμοιβές κι ένα κράτος ικανό να τηρήσει τις δεσμεύσεις του, όπως αναφέρει η πρόσφατη έρευνα της Metron Analysis.

Η αναξιοκρατία και οι πελατειακές σχέσεις έχουν βαθιά ιστορική ρίζα στη χώρα μας όπως το οικογενειοκεντρικό σύστημα αξιών. Η οικογένεια συνεχίζει δηλαδή να επιτελεί κοινωνικές λειτουργίες που έχουν εκλείψει στις δυτικές κοινωνίες, ενώ παράλληλα η έννοια του εαυτού ως αυτόνομου ατόμου είναι κάτι που ακόμα ξενίζει στις ελληνικές κοινωνικές σχέσεις. Στη συνείδηση των περισσότερων Ελλήνων ο εαυτός αποτελεί οργανικό τμήμα της οικογένειας και η κοινωνική ανέλιξη μπορεί να επιτευχθεί κυρίως μέσα από πελατειακές σχέσεις μεταξύ τής κάθε οικογένειας και του κράτους. Οι ηθικοί κώδικες της Δύσης φαίνεται να μην έχουν κατορθώσει να διαπεράσουν τον ελληνικό κοινωνικό ιστό και η ταυτότητα του σύγχρονου ελληνικού υποκειμένου εξακολουθεί να οριοθετείται ανάμεσα στους δικούς μας και στους Αλλους με αποτέλεσμα να διαιωνίζεται μια καχυποψία στην κρατική πολιτική.

Σε ελεύθερη μετάφραση; Αλληλεγγύη κυρίως σε σχέση με το οικογενειακό περιβάλλον, ελάχιστη ταύτιση των Ελλήνων με το συλλογικό υποκείμενο -όπως το κράτος- και σχεδόν καμία εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Οι εργαζόμενοι υψηλής εξειδίκευσης μοιάζουν να γυρίζουν την πλάτη στην κουλτούρα πελατειακού κράτους, ιδίως αν έχουν βιώσει- κατά τη διάρκεια των σπουδών τους στο εξωτερικό- μια άλλου τύπου σχέση μεταξύ ανθρώπου, κοινωνίας και κράτους.

Γιατί δεν διευθετήθηκε ποτέ στη χώρα μας η σχέση ανάμεσα στο ατομικό και στο συλλογικό με αποτέλεσμα να επικρατεί ένας άναρχος ατομικισμός, όπου η ελευθερία ταυτίζεται με την πλήρη ανευθυνότητα, έναντι του κοινωνικού συνόλου και του νόμου ενώ παράλληλα η θρησκευτικότητα και ο εθνικισμός παραμένουν οι δυο βασικές πτυχές της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας. Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς στο άρθρο του «“Τζαμπατζήδες” στη χώρα των θαυμάτων» μιλά για ατομική επιτυχία και συλλογική μωρία, κάτι που αναπόδραστα δημιουργεί αδυναμία ταύτισης με το συλλογικό υποκείμενο και ταυτόχρονα σοβαρές δυσκολίες επίτευξης κοινωνικής συναίνεσης ως προς τους στόχους που θα πρέπει να κινηθεί η ελληνική κοινωνία.

Παράλληλα η οικογένεια δείχνει να είναι η μόνη μορφή συλλογικότητας η οποία συνεχίζει να λειτουργεί απρόσκοπτα καλύπτοντας τα κενά τής συχνά ανύπαρκτης κρατικής πολιτικής

Γιατί συμβαίνουν όλα αυτά; Διότι από την ίδρυση του ελληνικού κράτους το 1821 δεν θεσμοθετήθηκαν ποτέ ορθολογικοί κανόνες και οι σχέσεις μεταξύ πολίτη και κράτους δεν έχουν τις πνευματικές τους ρίζες στον Διαφωτισμό με αποτέλεσμα η συναίνεση να μην έχει θεμελιωθεί πάνω σε ένα ορθολογικό συμβόλαιο δυτικού τύπου, αλλά να έχει βασιστεί στον ανορθολογισμό των πελατειακών σχέσεων. Αυτό οδηγεί αναπόδραστα και διαχρονικά στη διαρροή των εγκεφάλων που δεν αντέχουν την πολιτική κουλτούρα στη χώρα μας, η οποία συνεχίζει να καθορίζεται σε αρκετά μεγάλο βαθμό από μια παρωχημένη πολιτισμική παράδοση που σχετίζεται με τη βαλκανική – οθωμανική κληρονομιά και την ιδεολογική ηγεμονία της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Παράλληλα η οικογένεια δείχνει να είναι η μόνη μορφή συλλογικότητας η οποία συνεχίζει να λειτουργεί απρόσκοπτα καλύπτοντας τα κενά τής συχνά ανύπαρκτης κρατικής πολιτικής. Αν σε αυτό το «κάδρο» προσθέσουμε τα όχι τόσο επεξεργασμένα μετεμφυλιακά διαγενεακά τραύματα» -απόρροια τόσο ενός εμφύλιου πολέμου όσο και του μεγάλου εθνικού διχασμού που εκφράστηκε με την πόλωση των μαζών γύρω από τον Βενιζέλο και τον Βασιλιά Κωνσταντίνο-, τότε θα κατανοήσουμε τους λόγους για τους οποίους παραμένουν κοινωνικά και πολιτικά υποκείμενα χωρισμένα σε φυλές, διαποτισμένα από τον ατομικιστικό ρεαλισμό δίχως πίστη στο κράτος και στις συλλογικότητες.

Το ερώτημα που αναδύεται συνεπώς είναι το κατά πόσο η Ελλάδα μπορεί να «γεννήσει» ένα νέο είδος πολιτικών υποκειμένων και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για να αναστρέψει το brain drain σε έναν πια μετανεωτερικό κόσμο που έχει περάσει σε νέες μορφές καπιταλισμού;

Η απάντηση ίσως να βρίσκεται στην εκ νέου συγκρότηση της ελληνικής ταυτότητας, στην εννοιολόγηση της εαυτότητας, στη δόμηση της πολιτικής γύρω από κάτι που δεν είναι μόνο η ιδέα της οικογένειας και οι παθογένειες της. Για αρχή ας κοιτάξουμε λοιπόν με απόσταση την κοινωνική ψυχοπαθολογία στην Ελλάδα… και τότε ίσως φτάσουμε να μιλάμε κάποια στιγμή για brain regain.