Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Γεννήθηκα στο Κορωπί, σε ένα κυνοτροφείο. Οταν ήρθε Εκείνη ένα Σάββατο πρωί να διαλέξει σκυλάκι, την αγάπησα από την πρώτη ματιά και γαντζώθηκα με όλη μου τη δύναμη επάνω της. Υπέκυψε μάλλον εύκολα, είναι και αδυνάτου χαρακτήρος. Αλλά κι εγώ ήμουν ένας κούκλος. “Αυτό θα πάρω”. Ουφ! Σε λίγο βρέθηκα σε μια λεκάνη και μέσα στο αυτοκίνητό της.

Ολα τα χαρτιά που επιβεβαίωναν τη γνησιότητα της ράτσας μου, το πεντιγκρί μου, θα της τα έστελναν τη Δευτέρα από το Ταχυδρομείο της Ομόνοιας. Ακόμη τα περιμένει. Φαίνεται ότι τελικά δεν ήμουν τόσο καθαρόαιμος και αριστοκράτης όσο θα έπρεπε, όσο ήταν εκείνος ο κοκκινωπός Φλας, το κόκερ της βικτωριανής ποιήτριας Ελίζαμπεθ Μπάρετ Μπράουνινγκ, που αξιώθηκε ολόκληρο βιβλίο της Βιρτζίνια Γουλφ».

«Στο σπίτι το όνομά μου ακουγόταν πολύ συχνά, συνήθως συνοδευόμενο από το “όχι” ή το “άσ’ το κάτω”. Σκανταλιάρης; Εντάξει, ναι ήμουν, αλλά μπορούμε να το πούμε και διαφορετικά: ήμουν υπερενεργητικός. Τον πρώτο χρόνο τούς τρέλανα: έφαγα τις καρέκλες της κουζίνας, έφαγα τη μοκέτα και λίγο από την ταπετσαρία στον διάδρομο, έφαγα το καλώδιο του ηλεκτρικού ρολογιού, που ευτυχώς δεν ήταν στην πρίζα, εξαφάνισα κάλτσες και εσώρουχα. Μια μέρα έκανα πικνίκ στο κρεβάτι τους αδειάζοντας την τσάντα της και δοκιμάζοντας όλες τις καραμέλες και τις τσίχλες που είχε. Καμία δεν μου άρεσε. Ηταν όλες μέντες. Η μεγαλύτερη αταξία μου όμως, που εκνεύρισε φοβερά Εκείνη, δεν ήταν τότε που ανέβηκα στο στρωμένο τραπέζι της τραπεζαρίας, ούτε τότε που έκλεψα σε ξένο σπίτι ένα κομμάτι βραστό ψάρι (ναι, σωστά το λέω, ψάρι -μου άρεσε πολύ το ψάρι) ή τότε που έφαγα ένα κιλό μελομακάρονα από ένα χριστουγεννιάτικο καλάθι που βρήκα στο πάτωμα· ήταν όταν άρπαξα το κουβάρι από το πουλόβερ που έπλεκε και έτρεχα, εγώ μπροστά και Εκείνη πίσω μου, γύρω από το τραπέζι, τις καρέκλες και τις πολυθρόνες, ξηλώνοντας όλο το πουλόβερ και πλέκοντας έναν δικό μου ιστό ανάμεσα στα έπιπλα. “Θα πας σούμπιτος πίσω στο Κορωπί”, απείλησε, αλλά δεν με έστειλε».

«Το μόνο που είχα μάθει ήταν να μη ζητιανεύω και να μην ανεβαίνω στα έπιπλα του σαλονιού. Ανέβαινα όμως στον κίτρινο καναπέ, όπως τον λέγανε. Ηταν ένας σπονδυλωτός καναπές που πήγαινε γύρω γύρω σχεδόν σε όλο το δωμάτιο, στο γραφείο της, όπου αρχικά είχαν και την τηλεόραση. Οταν ήρθα εγώ στο σπίτι, Εκείνοι έβλεπαν στην τηλεόραση το περίφημο συνονόματό μου έργο, καθισμένοι στον καναπέ. Εγώ, κάτω στο πάτωμα. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί εγώ θα έπρεπε να κάθομαι χωριστά και κάθε τόσο έκανα μια προσπάθεια να ανέβω ανάμεσά τους. Εκείνη είχε διαβάσει ότι “για να μην ανεβαίνει το σκυλάκι σας στον καναπέ, κάθε φορά που θα ανεβαίνει, κάθε φορά εσείς να το κατεβάζετε. Αν επιμένει, καθίστε εσείς μαζί του στο πάτωμα”. Εκείνος δεν ήθελε να δει το έργο από το πάτωμα. Το ορκίζομαι, δεν διάλεγα επίτηδες τις πιο σημαντικές σκηνές, τύχαινε. Ανέβα κατέβα, ανέβα κατέβα, κάποια στιγμή, ενώ κορυφωνόταν η αγωνία στο έργο, εγκαταστάθηκα στον καναπέ. Και δεν ξανακατέβηκα. Στο δωμάτιο αυτό δεν περπατούσα πλέον στο πάτωμα.

Αλλά αν ήμουν ένα απολύτως φρόνιμο και ήσυχο σκυλί, σαν τη Λώρα και τη Φαίδρα, τι θα είχα να διηγηθώ; Είμαι πολύ περίεργος να διαβάσω αυτά που θα γράψουν. Εκείνη, όπως καταλάβατε, μου είχε τρελή αδυναμία. Δεν θα ‘λεγα το ίδιο και για Εκείνον. Μια μέρα, ήμουν περίπου εννιά χρονών και προφανώς κάτι χοντρό θα είχα κάνει, δεν θυμάμαι τι, που τον θύμωσε πολύ. “Αμα πεθάνει ο Shogun μη μου ξαναπείς για άλλο σκυλί” , της είπε. Είκοσι ημέρες αργότερα, μας έφερε την Blackie. Εκείνος».