Είχε αρχίσει να βραδιάζει πια, καθώς ο δρόμος έπιασε να κατηφορίζει. Φάνηκε ο Κόλπος του Μαραθώνα και, κάτω κάτω, αμφιθεατρικά, τα σπίτια της Ν. Μάκρης. Πηγαινοερχόταν απ’ αυτόν τον δρόμο Αθήνα – Μαραθώνα, διότι ο Διόνυσος, αν και είχε πρόσφατα καεί από τη μεγάλη πυρκαγιά, ήταν ακόμα πιο γραφικός απ’ τη λεωφόρο Μαραθώνος. Του άρεσε περισσότερο -μικρή κίνηση, χωρίς φανάρια, με μόνο προβληματικό κομμάτι εκεί, Κηφισιά-Ερυθραία.
Είχε φτάσει πια στην τελική ευθεία για το σπίτι, δεξιά κι αριστερά χωράφια, σε λίγο θα άφηνε τη λεωφόρο Σχινιά, θα ‘κανε αριστερά στο φανάρι και θα ‘βλεπε τα σπίτια του οικισμού του. Τότε είδε να διασχίζουν τον δρόμο κάθετα, 40-50 μέτρα μπροστά του, 5-6 σκυλιά ουρλιάζοντας. Χώθηκαν στα χωράφια δεξιά του δρόμου και φαίνεται πως εκεί στάθηκαν και συνέχισαν να ουρλιάζουν.
Σταμάτησε το αυτοκίνητο, πήρε τον φακό του κι ένα ξύλο, κάπου ένα μέτρο μακρύ, που το ‘χε πάντα στο πορτμπαγκάζ και φώτισε προς το μέρος του καβγά: τρία μεγαλόσωμα κι ένα πιο μικρό, τέσσερα συνολικά σκυλιά είχαν περικυκλώσει κάτι, ένα άλλο ζώο, και το απειλούσαν, πλησιάζοντάς το όλο και περισσότερο. Εριξε τη δέσμη φωτός στο ζώο -ήταν μια αλεπουδίτσα, με σηκωμένο το πλούσιο τρίχωμά της σαν να ‘ταν στην πρίζα.
Σαν ταινία πέρασαν απ’ το μυαλό του τα γεγονότα: Δύο μήνες πριν, η φωτιά είχε κάψει το δάσος του Διονύσου όπου ζούσε. Ελάχιστα άγρια ζώα γλίτωσαν. Περπάταγες στις στάχτες, θυμόταν, κι έβλεπες καμένα φίδια, απανθρακωμένες χελώνες, καρβουνιασμένους σκαντζόχοιρους. Και αλεπούδες, ενήλικες και μικρά, τουμπανιασμένα όλα. Αυτή, σκέφτηκε, γλίτωσε μεν, αλλά για να φάει θα ‘πρεπε να κατεβεί απ’ το βουνό και το καμένο δάσος, να ‘ρθει στα χωράφια για τρωκτικά ή στα σπίτια για σκουπίδια.
Πλησίασε τα σκυλιά κι έβαλε τις φωνές. Σήκωσε και το ξύλο ψηλά, απειλητικά. Τα σκυλιά τον κοίταξαν, φοβήθηκαν και έπαψαν να απειλούν την αλεπού. Οταν, μάλιστα, έσκυψε δήθεν για να πάρει πέτρα -κίνηση που τρέμουν όλα τα αδέσποτα σκυλιά- απομακρύνθηκαν, δίνοντας στο άγριο ζωάκι την ευκαιρία να τρέξει προς τη σωτηρία του. Κάθισε λίγο μέχρι να βεβαιωθεί ότι η αλεπού είχε πια απομακρυνθεί για τα καλά, μπήκε στο αυτοκίνητο και πήγε σπίτι.
Το συμβάν αυτό τον καθυστέρησε τόσο, όσο να χάσει σχεδόν όλο το πρώτο ημίχρονο απ’ το ματς που μετέδιδε η τηλεόραση. «Δεν πειράζει», είπε, «χαλάλι της τής αλεπούς. Τουλάχιστον θα δω το δεύτερο ημίχρονο…». Κάθισε στον καναπέ, πήρε την πίτσα που ‘χε αγοράσει απ’ την Κηφισιά και άνοιξε και μια μπίρα.
* Ο Ταρζάν τελευταία το ‘χει ρίξει στο διήγημα, θέλοντας να αποδείξει στην Αλλοπάρ ότι αυτός γράφει καλύτερα. Προσωπικά, πιστεύω ότι δύο συγγραφείς στην ίδια αγέλη δεν χωράνε. Ο Ταρζάν συμφωνεί και πιστεύει ότι ο συγγραφέας της αγέλης πρέπει να ‘ναι αυτός!
