Το χωριό μου είναι το Παγκράτι: ζηλεύω όσους λένε από ποιο χωριό κατάγονται και είπα να λέω κι εγώ πως έχω χωριό. Εδώ που τα λέμε, το Παγκράτι τότε, αρχές δεκαετίας του ’50, ήταν κάτι σαν χωριό, κάπως περίεργο μεν, αλλά χωριό.
Στην πλατεία Βαρνάβα που γεννήθηκα υπήρχε και στάνη με καμιά δεκαριά κατσίκια! Γύρω-γύρω της η πλατεία είχε 5-6 ταβέρνες. Μια απ’ αυτές, υπόγεια, έβγαζε κάθε Σεπτέμβρη τα βαρέλια της για συντήρηση κι εμείς τα καβαλάγαμε και παίζαμε, προσέχοντας να μη μας δουν ο κυρ Μάνθος (ο ταβερνιάρης) και ο Θεμιστοκλής (ο βοηθός του).
Το περίεργο με το χωριό-Παγκράτι ήταν ότι δεν κατοικούνταν από χωρικούς και δεν διέθετε χωράφια. Οι κάτοικοί του, τότε, ήταν μικροαστοί στην πλειονότητά τους, με ελάχιστους μεγαλοαστούς, ένας βιομήχανος, ένας εισαγγελέας, ένας αντιστράτηγος -ο Γρηγορόπουλος-, ένας παιδίατρος -ο Παρασκευάς.
Οι υπόλοιποι ήταν: ένας φαρμακοποιός, ένας ξυλουργός, ένας είχε μάντρα οικοδομών, ένας μπακάλης, ένας δικηγόρος, ένας αστυνόμος Β’, ένας λεωφορειούχος, ένας εισπράκτορας. Και ο ιδιοκτήτης της στάνης.
Μεγάλη μας χαρά ήταν όταν, κάθε Τρίτη και Πέμπτη, περνούσε το… ιππικό! Εκεί κοντά, δίπλα στο σημερινό «Χίλτον», υπήρχαν οι βασιλικοί στάβλοι και έβγαζαν βόλτα τα αλογάκια δυο φορές τη βδομάδα.
Τα απογεύματα παίζαμε στην πλατεία Βαρνάβα ποδόσφαιρο, ξυλίκι, μακριά γαϊδούρα και «στάκαμαν» -τα τρία τελευταία παιχνίδια, μαζί με τις γκαζές, είναι άγνωστα σήμερα. Κάναμε και αγώνες στίβου, τρέχοντας γύρω-γύρω απ’ τα δυο «περιβολάκια» της ή πηδώντας ύψος, δένοντας έναν σπάγκο σε δυο ευκάλυπτους για πήχη.
Κάθε πρωί περνούσε ο ψαράς, μ’ ένα καλάθι στο κεφάλι του, διαλαλώντας την πραμάτεια του. Και ο μανάβης (ο Γιάννης) με τη «σούστα», ένα κάρο γεμάτο οπωρολαχανικά που το ‘σερνε ένα άλογο. Επί της πλατείας ήταν το μπακάλικο -του Τουλούπα- και από κοντά και ο φούρνος του Μήτση: μέχρι να φέρω σπίτι το ταψί με την κυριακάτικη «κότα με πατάτες», έμενε στο ταψί μόνο η κότα, με λίγη από πατάτες -τόσο νόστιμες που ήταν, πώς να αντισταθώ;
Πέρασα τις προάλλες απ’ την πλατεία Βαρνάβα και γενικά απ’ το Παγκράτι. Αλλος κόσμος! Μιλάμε για ένα τεράστιο κέντρο διασκέδασης. Κι η κοντινή πλατεία Πλαστήρα το ίδιο. Μπαρ, ταβέρνες, εστιατόρια, θαυμάσια καφέ, μουσική στη διαπασών, χιλιάδες νέοι άνθρωποι στους δρόμους. Και πανάκριβα φαγάδικα, όπως η «Σπονδή», στην οδό Πύρρωνος. Το μόνο που είναι ολόιδιο όπως τότε είναι το σπίτι που γεννήθηκα, στην Παρμενίδου 4. Μόνο που η Παρμενίδου τώρα είναι άσφαλτος και τα οικόπεδα στα οποία παίζαμε είναι τώρα πολυκατοικίες…
*Η Αλλοπάρ μου περνάει κάθε 4-5 χρόνια απ’ την παλιά της γειτονιά και παρατηρεί τις αλλαγές που φέρνει ο χρόνος. Η μεγαλύτερη αλλαγή είναι οι άνθρωποι που συναντάει. Τότε -όπως στα χωριά- τους ήξερε όλους. Τώρα δεν ξέρει κανέναν και δεν την ξέρει κανείς.
