«Την Κυριακή 9 Οκτωβρίου του 1831, ο Ιωάννης Καποδίστριας, πρώτος κυβερνήτης του ελληνικού κράτους, πήγε στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα, στο Ναύπλιο, όπως κάθε Κυριακή. Συνοδευόταν από δύο συντρόφους-σωματοφύλακες. Πλησιάζοντας, είδε στην πύλη της εκκλησίας, δεξιά και αριστερά της, τους δύο γιους του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Κοντοστάθηκε λίγο, αλλά συνέχισε. Ακριβώς στην πύλη, ο ένας γιος του Μανιάτη οπλαρχηγού, ο Γεώργιος, του έμπηξε το μαχαίρι του στο στήθος και, ταυτόχρονα, ο άλλος, ο Κωνσταντίνος, τον πυροβόλησε στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Απ’ τους δύο δολοφόνους, ο δεύτερος σκοτώθηκε επί τόπου απ’ τους συνοδούς του κυβερνήτη. Ο πρώτος συνελήφθη, δικάστηκε και εκτελέστηκε 15 μέρες μετά το έγκλημά του…».
Σταμάτησα λίγο το διάβασμα του βιβλίου, για να δω τι εντύπωση είχαν κάνει στον Ταρζάν και τον Σούρτα όσα είχαν μόλις ακούσει.
Ο Ταρζάν είχε φουντώσει τον σβέρκο του, όπως όταν θυμώνει, και είχε γουρλώσει τα μάτια του. Ο Σούρτας, αντίθετα, είχε απορίες;
– Γιατί τον έφαγαν; Τι τους είχε κάνει;
Εκλεισα το βιβλίο και προσπάθησα να του εξηγήσω πού οφειλόταν αυτό το μίσος:
«Ολα ξεκίνησαν απ’ τους φόρους! Επί Τουρκοκρατίας, οι κοτσαμπάσηδες (κοτζα-μπασής, τουρκικά θα πει “αρχηγός του λαού”) δηλαδή οι ισχυροί προεστοί κάθε περιοχής, μάζευαν τους φόρους από τους κατακτημένους και τους έδιναν στον σουλτάνο. Μόνο που ζητούσαν πιο πολλά, για να μένουν και γι’ αυτούς. Ετσι είχαν αποκτήσει τα πλούτη τους και, άρα, τη δύναμή τους.
Οταν, το 1828, ήρθε ο Καποδίστριας, οι τύποι αυτοί, που όμως είχαν πολεμήσει για να διώξουν τους Τούρκους, πίστεψαν ότι, και τώρα, στην ελεύθερη Ελλάδα, θα συνέχιζαν να εισπράττουν φόρους, που θα έδιναν πια στο κράτος, κρατώντας πάντα κάτι και για πάρτη τους. Απογοητεύτηκαν, όμως, πολύ, όταν ο Καποδίστριας τους αφαίρεσε αυτή τη “δουλειά” και, από πάνω, τους ζήτησε να πληρώνουν κι αυτοί φόρους! Και γρήγορα η απογοήτευση έγινε μίσος.
Βοήθησε, βέβαια, και ο Καποδίστριας σ’ αυτό: καθώς έβλεπε γύρω του χάος και πολλές φιλοδοξίες, αποφάσισε να γίνει απολυταρχικός και συγκεντρωτικός, δίκαιος μεν αλλά πολύ αυστηρός. Στήριξε τον πάμφτωχο λαό, αλλά υποτίμησε τη δύναμη των ισχυρών, που τους έκανε εχθρούς του -πλην του Κολοκοτρώνη, που τον βοήθησε στο έργο του. Ομως οι Υδραίοι -που ζητούσαν υπέρογκες αποζημιώσεις- και οι Μανιάτες -που ήθελαν να συνεχίσουν να εισπράττουν φόρους- ήταν πολύ ισχυροί: Τον αμφισβήτησαν, τον σαμποτάρισαν και, τελικά, τον σκότωσαν. Κατάλαβες, Σούρτα;».
– Κατάλαβα. Γι’ αυτό και σήμερα, η «μεσαία τάξη», που πάντα απέφευγε να πληρώνει φόρους, ξεσηκώθηκε μόλις άρχισε το κυνήγι της φοροδιαφυγής…
* Η Αλλοπάρ, σεσημασμένη αναγνώστρια της Ιστορίας, διαπιστώνει πως, όσα συμβαίνουν σήμερα, έχουν συμβεί, έτσι ή κάπως έτσι, και στο παρελθόν. Διότι οι άνθρωποι δεν αλλάζουν, όσοι αιώνες κι αν περάσουν.
