Με μας τους Ολυμπιακούς, κυρίες και κύριοι, συμβαίνει το εξής σχιζοφρενικό: μόλις δούμε κάποιον παίκτη μας -για το ποδόσφαιρο μιλάω- να παίζει καλά, μας ζώνουν τα φίδια. Και αν δούμε ότι παίζει πάαααρα πολύ καλά, μας πιάνει η θλίψη και η απελπισία. Διότι ξέρουμε ότι, όπου να ‘ναι, ο πρόεδρος θα τον πουλήσει και θα μείνουμε ακόμη μια φορά στον άσο.
Το φαινόμενο αυτό είναι φανερό πια ότι έχει γίνει σύστημα: παίρνει η ομάδα κοψοχρονιά έναν παίκτη, τον κάνει παικταρά και τον πουλάει, γεμίζοντας το ταμείο. Στη θέση του αγοράζει δυο-τρεις απίθανους, που οι ομάδες τους θέλουν να τους ξεφορτωθούν ή που έχουν να παίξουν μήνες και χρόνια, τους ντρεσάρει και, αν τύχει και παίξουν καλά, τους πουλάει ακριβά και κερδίζει και φτου κι απ’ την αρχή.
Το πράγμα αυτό ίσως κάπου να πέτυχε, αλλά ειδικά στον Ολυμπιακό δεν φαίνεται ότι πιάνει: πουλάει έναν σέντερ φορ που ήξερε να βάζει γκολ και επί 5 χρόνια ψάχνει να βρει έναν ισάξιο αντικαταστάτη του, φέρνοντας διάφορα «παλτά» που βλέπουν δίχτυα μόνο στα όνειρά τους.
Πουλάει έναν σέντερ μπακ, που είχε δέσει όλη την άμυνα, και 4 χρόνια τώρα δεν έχει σταυρώσει κάποιον καλό στη θέση του, αν κι έχουν παρελάσει «παιχτούρες» απ’ όλη την υφήλιο. Πουλάει έναν μέσο που έβγαζε μάτια και χρόνια τώρα πάσχουμε στη θέση αυτή, καθώς όλοι όσοι ήρθαν μετά βγήκαν μέτριοι έως σαπάκια.
Συγγνώμη δηλαδή, αλλά να το κάνει μια ομάδα που πυροβολάει το ευρώ όπου -και αν- το συναντήσει, όπως π.χ. ο Παναθηναϊκός, το καταλαβαίνω. Εμειναν άφραγκοι οι άνθρωποι και ξεπουλάνε -και καλά κάνουν. Και μας κερδίζουν κιόλας!
Αλλά να το κάνει και ο φραγκάτος προέδρός μας; Τι συμβαίνει; Πέσαν έξω τα καράβια; Γιατί δεν αφήνει στην ομάδα τους καλούς παίκτες της να μείνουν, να δέσουν μεταξύ τους, να βλέπουμε κι εμείς τον Ολυμπιακό ομαδάρα και όχι τρομαγμένη ομαδούλα; Είναι δυνατόν να τρέμουμε με τη Λάρισα και τον Ατρόμητο στο Καραϊσκάκη;
Νομίζω ότι το πράγμα κάπου έχει μπερδευτεί μεταξύ προέδρου, ατζέντηδων, αγοραπωλησιών κ.λπ. Μόνο που ο Ολυμπιακός δεν είναι -ούτε ήταν ποτέ- μαγαζάκι παραγωγής ταλέντων.
Εγώ, ως σκύλα γάβρος, θέλω την ομάδα μου να παίζει επιθετικά μέσα στο Μπερναμπέου κι ας χάνει 4-2 απ’ τη Ρεάλ. Να κοιτάζει στα μάτια τα μεγαθήρια και κάθε χρόνο να γίνεται και πιο δυνατή.
Να ‘χει έναν σταθερό κορμό από παιχταράδες και κάθε τόσο να προσθέτει έναν-δυο σπουδαίους μπαλαδόρους, σαν τον Ριβάλντο π.χ., που να την ανεβάζουν ακόμα.
Κι όχι κάθε χρόνο να φεύγουν 20 και να ‘ρχονται άλλοι 20, άνθρωποι που δεν γνωρίζονται μεταξύ τους, και οι προπονητές να τρέχουν να βρούνε άκρη να μην τα καταφέρνουν, βέβαια, και ν’ αλλάζουν κι αυτοί σαν τα πουκάμισα…
* Η Αλλοπάρ μου μάλλον ήταν καλομαθημένη να παίρνει κούπες απ’ τον Νοέμβρη και της κακοφαίνεται που πάμε για Δεκέμβρη και δεν είναι στο τιμόνι. Ε, ας περιμένει λίγο. Ως τον Γενάρη, ας πούμε, και τα ξαναλέμε!
