Οπως συμβαίνει με σας τους ανθρώπους, έτσι κι εμείς διαφέρουμε το ένα σκυλί απ’ το άλλο ως προς το πώς τρώμε.
Αλλα πέφτουν με τα μούτρα στο φαΐ και αδειάζουν το μπολάκι τους στο πι και φι, άλλα τρώνε σιγά σιγά, στο ρελαντί και, τέλος, άλλα θέλουν να τους παίζει η Συμφωνική Ορχήστρα του Βερολίνου για να αποφασίσουν να φάνε.
Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν ο Ταρζάν και ο Σούρτας. Τρώνε τα πάντα, με διαστημική ταχύτητα και, αφού γλείψουν το μπολάκι, δείχνουν έτοιμοι να φάνε ακόμα μια μερίδα!
Εγώ, αντίθετα, μάλλον ανήκω στην τρίτη κατηγορία, δηλαδή κάθομαι και το κοιτάω, το φιλοσοφώ, κάνω μια βόλτα στα πέριξ, ξαναγυρνάω στο μπολάκι μου, τρώω μια μπουκιά, κυνηγάω μια μύγα, τρώω άλλη μια μπουκιά κ.λπ.
Και ενώ ο Ταρζάν και ο Αρης τρώνε έτσι όπως είπαμε τα κροκετάκια τους σκέτα (ή με λίγο γαλατάκι), εγώ θέλω και κάτι πιο νόστιμο, π.χ. λίγα κομμάτια κονσερβούλας, τίποτα αποφάγια απ’ τους δικούς μας, λίγη πέτσα από κοτόπουλο. Μόνο έτσι παίρνω μπρος.
Προφανώς αποτελώ εξαίρεση, μιας και είναι γνωστό ότι οι σκύλοι λατρεύουν τη ρουτίνα και είναι ικανοποιημένοι όταν τρώνε το ίδιο φαγητό την ίδια πάντα ώρα.
Εμείς τρώμε μια φορά τη μέρα, χωρίς μεζεδάκια ή έξτρα μπισκοτάκια. Αλλωστε αυτό είναι και το φυσιολογικό.
Μόνο τα κουταβάκια τρώνε 3 ή και 4 φορές τη μέρα, καθώς και τα πολύ γέρικα σκυλιά, στα οποία συνιστώνται 2-3 γεύματα, μικρότερα σε ποσότητα.
Στο κάτω κάτω, οι πρόγονοί μας, οι λύκοι, μπορούσαν να φάνε μόνο μία φορά τη βδομάδα και μετά να συντηρούνται με το απόθεμα που είχαν στο στομάχι τους.
Ενώ, όμως, τρώμε αρκετά, συμβαίνει το εξής περίεργο: με το που θα βγούμε, λυτοί, για βόλτα, το πρώτο πράγμα που θα κάνουμε είναι να πάμε στον κοντινότερο κάδο σκουπιδιών και να ψάξουμε εκεί κοντά για… φαΐ!
Μας βλέπουν οι γείτονες και ρωτάνε τον δικό μας: «Καλά, δεν τους ταΐζετε; Πώς κάνουν έτσι;».
Διότι αγνοούν ότι τον σκασμό να ‘χε φάει ένας σκύλος θα πάει να ψάξει, να ανακαλύψει και να καταναλώσει κάτι που να τρώγεται. Διότι έτσι έκαναν οι πρόγονοί του! Κι αυτό έχει περάσει πια στο DNA του!
*Το Αλλοπαράκι μου -ζωή να ‘χει!- δεν σας τα είπε όλα σχετικά με το τι τραβάω μέχρι να φάει το φαγητό της. Δεν σας είπε ότι κάθομαι δίπλα της και της λέω γλυκόλογα, την ταΐζω στο στόμα ένα ένα κροκετάκι, βρίζω θεούς και δαίμονες κ.λπ. Ούτε το τι τραβάει ο Ταρζανάκος μου, που, δεμένος στο λουρί, έχοντας φάει προ πολλού το δικό του, κοιτάζει με λάγνα μάτια το φαΐ της που δεν λέει να το φάει η κυρα-Αλλοπάρ…
