Από τη δεκαετία του ’70 όπου αρχίζει η δομική, πολύπλευρη και καθολική κρίση ενός συγκεκριμένου και εν πολλοίς ρυθμισμένου συστήματος, αρχίζουν να δημιουργούνται οι πρώτοι θεσμοί και μηχανισμοί (που αργότερα και αυτοί παρακάμφθηκαν) αναδιάρθρωσης του προτύπου μεγέθυνσης, με την παγκοσμιοποίηση- διεθνοποίηση του συστήματος της οικονομίας της αγοράς να συνιστά τον βασικό μοχλό της. Αυτή με τη σειρά της οδήγησε στην απορρύθμιση, την ιδιωτικοποίηση και την ανεξέλεγκτη και σήμερα πλέον μη ελέγξιμη αγορά σε όλα τα πεδία αλλά και σε μια ανθρωπολογική μετάλλαξη, η οποία και αυτή επιταχύνθηκε από τη δεκαετία του 2000 με την επιτάχυνση της τεχνοεπιστήμης-τεχνοκαινοτομίας με κύρια έκφανσή της τον αυτοματισμό και όχι μόνο.
Η τεχνοεπιστήμη με κύρια έκφανση σήμερα τη διαρκή τεχνοκαινοτομία αποτελεί την κινητήρια δύναμη και το «ιερό» ενός μη ελέγξιμου πλέον μεγα-«συστήματος» με εμφανείς τις εφιαλτικές κοινωνικές, οικολογικές, ανθρωπολογικές και ψυχικές συνέπειες. Ταυτόχρονα διάχυτη είναι στη λεγόμενη «κοινή γνώμη» η (κατασκευασμένη) πεποίθηση ότι αυτή είναι η λύση σε όλα τα προβλήματα (ή σχεδόν). Συνακόλουθα κανείς δεν μπορεί -και δεν πρέπει- να ανακόψει τη γραμμική-μονοδρομική της πορεία που ταυτίζεται με την «πρόοδο». Οπως γράφει ο Χ. Ναξάκης στο πολύ ενδιαφέρον και επίκαιρο νέο πόνημά του «ό,τι είναι τεχνολογικά εφικτό, δεν είναι απαραίτητα και βιώσιμο και κοινωνικά αποδεκτό μακροπρόθεσμα». Και βέβαια σ’ ένα τέτοιο φαντασιακό απουσιάζουν οι σχέσεις διαπλοκής, επιστήμης, τεχνολογίας, μεγέθυνσης/αγοράς αλλά και εξουσίας και ισχύος. Η τεχνοεπιστήμη δηλαδή εξελίσσεται έξω από την κοινωνία και εκτός πολιτικού και αξιακού πλαισίου.
Ενας ολόκληρος τεχνόκοσμος σηματοδοτεί μια νέα ιστορική περίοδο της ανθρωπότητας κι ένα νέο παράδειγμα, όπως λέει ο συγγραφέας. Ας σημειωθεί ότι το νέο αυτό παράδειγμα εντάσσεται στον επιστημονικό ορίζοντα της λεγόμενης «σύγκλισης NBIC» που γεννήθηκε στις ΗΠΑ το 2001 (νανοτεχνολογίες, βιοτεχνολογίες και επιστήμες της πληροφόρησης και της γνώσης) (H. Tordjman, 2021). Για τον συγγραφέα ένας νέος ιστορικός κοινωνικός μετασχηματισμός προβάλλει πέραν του καπιταλισμού και των θεμελιωδών λειτουργιών και επιπτώσεών του. Δεν πρόκειται για απλή μεταμόρφωσή του σε ψηφιακό και πλατφορμικό καπιταλισμό ή τη μεταμόρφωσή του σε μια νέα βιο-τεχνο-φεουδαρχία. Ο νέος αυτός κοινωνικός μετασχηματισμός χαρακτηρίζεται, κατά τον Ναξάκη, από επτά ριζικές αλλαγές του καπιταλισμού οι οποίες σηματοδοτούν την έξοδό του (η οποία έχει συντελεστεί):
1. τη μετατροπή του ανθρώπου (και της συμπεριφοράς του και της προσωπικής του ζωής) σε νέο εμπόρευμα, ιδίως μέσω των γιγάντιων μονοπωλιακών πλατφορμών του διαδικτύου, 2. την εμφάνιση από τη δεκαετία του ’80 της άυλης παραγωγής, των άυλων εμπορευμάτων, της εργασίας και του κεφαλαίου, 3. την εμφάνιση και ανάδειξη ολοένα και πιο αυξημένων με υψηλές τιμές και κέρδη των συμβολικών εμπορευμάτων (και όχι μόνο πολυτελείας), 4. την πληροφορικοποίηση – η ρομποτοποίηση, ο αυτοματισμός και η τεχνητή νοημοσύνη που αντικαθιστούν μια σειρά από επαγγελματίες, λειτουργούς, υπαλλήλους κ.λπ. 5. την ανάγκη καθιέρωσης (ήδη συζητείται από την τεχνοελίτ) βασικού εισοδήματος για όλους χωρίς υποχρέωση εργασίας (όχι δηλαδή ως αμοιβή εργασίας), το οποίο έχει χαρακτηριστικά επιδοματικής ελεημοσύνης, για να σωθεί η ζήτηση/κατανάλωση, 6. την εμφάνιση των νέων τεχνοελίτ του αναδυόμενου μονοπωλιακού ψηφιακού και πλατφορμικού κεφαλαίου, με κέρδη που δεν προέρχονται όπως στον παλιό καπιταλισμό από την εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας αλλά κυρίως από τη δωρεάν προσφορά του εαυτού μας (του ελεύθερου χρόνου μας), και 7. την έξοδο αφενός από τον (έμψυχο και ενσώματο) λόγο και σκέψη υπέρ της τεχνητής νοημοσύνης και των αλγορίθμων (που στερούνται ατομικού βιώματος, συναισθήματος και συνείδησης) και αφετέρου από το σώμα (ίσως η πιο κρίσιμη για τον συγγραφέα παράμετρος εξόδου από τον καπιταλισμό) με τη δημιουργία βιοτεχνολογικά ενός ενισχυμένου-διορθωμένου/βελτιωμένου ανθρώπου-υπερανθρώπου.
Τα παραπάνω συγκροτούνται ως τεχνόκοσμος στη βάση ενός υπόβαθρου ανθρωπολογικού που ευνοεί την ντετερμινιστική τεχνοκαινοτομική επιτάχυνση, την έξοδο από την ανθρώπινη φύση και τη μετάλλαξή της σε τεχνοφύση. Πρόκειται για τις προϋποθέσεις του τεχνόκοσμου, ήτοι: φόβο του θανάτου και άρνηση της υπαρκτικής περατότητας που εκμεταλλεύονται οι τεχνομάγοι των εταιρειών για να κατασκευάσουν τον αιώνιο μετάνθρωπο, τελειοποιησιμότητα ταυτισμένη με την πρόοδο, διαχωρισμός σώματος–νου, εργαλειακή ορθολογικότητα, κυριαρχία στη φύση.
Ο Χ. Ναξάκης δεν δέχεται ότι η τεχνολογική ανάπτυξη-επιτάχυνση/καινοτομία θα απαλλάξει τους ανθρώπους από τις κοπιαστικές και επαναλαμβανόμενες εργασίες, όπου οι άνθρωποι θα υποκατασταθούν από τις αυτόματες μηχανές, ακόμα κι αν τα ρομπότ κοινωνικοποιηθούν και δεν θα είναι υπό τον έλεγχο και την κατοχή των τεχνοελίτ. Επίσης, δεν διαβλέπει γενικότερα τη δυνατότητα αποτροπής ενός νέου κοινωνικού συστήματος ανισοτήτων, ιεραρχικών και εξουσιαστικών δομών. Δεν αρκούν, θεωρεί, ούτε οι εναλλακτικές συνεργατικές πλατφόρμες οι οποίες αναπτύσσονται στη Δ. Ευρώπη.
Αντίθετα, φαίνεται να πιστεύει σε μια τεχνολογική αποανάπτυξη ή ορθότερα α-μεγέθυνση, τεχνολογική δηλαδή στασιμότητα, και μια επιλεκτική και ήπια (ποιοτική-οικοκοινωνική) τεχνολογική ανάπτυξη. Τελικά σε μια νέα πολιτιστική επανάσταση, αυτή του μέτρου και των ορίων, και έξοδο από το τεχνολογικό φαντασιακό και το φαντασιακό της (υπερ)κατανάλωσης και των ατέρμονων και αδιέξοδων επιθυμιών με αντίστοιχη επιβράδυνση της οικονομικής σφαίρας. Οπως γράφει «δεν χρειάζεται να ανακαλύψουμε όσα μπορούν να ανακαλυφθούν και να μετατρέψουμε σε τεχνουργήματα και εμπορεύματα όσα μπορούν να κατασκευαστούν και να παραχθούν» (σελ. 85).
Τα ερωτήματα όμως παραμένουν και είναι καθαρά πολιτικά και κοινωνικά: Πώς και από ποιους (πολιτικά και κοινωνικά υποκείμενα-οντότητες) θα υλοποιηθούν τα παραπάνω; Και σε ποιο επίπεδο (διοικητικό/οργανωτικό/χωρικό κ.λπ.); Από το κράτος (ποιο κράτος, με ποιο ρόλο); Μήπως η ουσιαστική αποκέντρωση και αποσυγκέντρωση σε όλα τα επίπεδα είναι αναγκαία υπέρ των βιο-χωροτόπων, με νέους θεσμούς και ανάδειξη του άμεσου ρόλου των πολιτών–του «δήμου» σε μια αμεσοσυμμετοχική διαβουλευτική δημοκρατία και συνεπώς σε μια άλλου, ριζικά διαφορετικού, τύπου πολιτική; Ετσι θα μπορούσαμε να μιλάμε για μια «τεχνοκαινοτομία των πολιτών», οι οποίοι σε διάφορα χωρικά επίπεδα με πρώτο το χαμηλότερο (βιο-χωροτοπικό) θα αποφασίζουν διαβουλευτικά και συλλογικά αλλά και θα ελέγχουν ως πολίτες-κριτές μέσω της διασφάλισης ποικίλων επιστημονικών οπτικών (Ζ. Παμούκ) και αποδέχονται την τεχνοανακάλυψη και τη διάθεσή της στην αγορά. Για κάτι τέτοιο, μήπως ένας συνδυασμός του (επικουρικού )ρόλου του κράτους/κάθετα και των πολιτών/οριζόντια σε μια νέα θέσμιση είναι προσφορότερος;
*Ομότιμος καθηγητής, Πανεπιστήμιο Πάτρας
