Το «Ανοιχτό βιβλίο», για τέταρτη συνεχή χρονιά, φιλοξενεί στις σελίδες του πρωτότυπα διηγήματα. Δώδεκα συγγραφείς, διαφορετικής ηλικιακής κλίμακας, θεματικού άξονα και αφηγηματικής παλέτας έγραψαν ευσύνοπτες καλοκαιρινές ιστορίες ειδικά για τους αναγνώστες μας (καθώς αυτές οι σελίδες προσφέρουν, εκτός από κριτική πυξίδα, και λογοτεχνική απόλαυση).
Μ’ άλλα λόγια, δώδεκα μυθιστοριογράφοι και διηγηματογράφοι έθεσαν στο κέντρο της μυθοπλασίας τους τη θερινή εμπειρία και μας έστειλαν κείμενα νοσταλγικά, περιπλανητικά, παιγνιώδη, αλλά και δύσθυμα, ευθέως ή πλαγίως πολιτικά, ενδοσκοπικά, ή ανατρεπτικά – διηγήματα που θα μας συντροφεύσουν ώς το τέλος Σεπτεμβρίου.
Μετά τον Γιώργο Σκαμπαρδώνη, τον Κώστα Κατσουλάρη, την Κάλλια Παπαδάκη, την Ελένη Γιαννακάκη, τον Νίκο Δάββέτα, την Ελενα Μαρούτσου, τον Κωνσταντίνο Τζαμιώτη, τον Βασίλη Τσιαμπούση και τον Κώστα Περούλη, το νήμα των ιστοριών πιάνουν σήμερα μαζί ο Παναγιώτης Κεχαγιάς και η Μαρία Ιωάννου.
Επιμέλεια: Μισέλ Φάις
Υποβρύχιο
Της Μαρίας Α. Ιωάννου
Τρία πουλιά.
Τρία πουλιά, ακίνητα, στα δεξιά τ’ ουρανού, το ένα δίπλα στο άλλο.
Ο ήλιος ξεθωριασμένος, ένα μικροσκοπικό μαύρο στίγμα στη μέση του, σαν ελιά.
Η θάλασσα βαθύ μπλε, με ανταύγειες.
Ο ορίζοντας θαμπός, σχεδόν εξαφανισμένος.
Η βάρκα ακίνητη κι αυτή, όπως τα πουλιά. Ολοκόκκινη. Με ένα πανί. Χωρίς κατάρτι.
Τα πόδια της κατσαρίδας κολυμπούν στο γαλάζιο χωρίς να βυθίζονται. Διασχίζουν την αμυδρή γραμμή του ορίζοντα και καλύπτουν για λίγο τα ακίνητα πουλιά.
Το μόνο που κινείται σε αυτό το τοπίο είναι η κατσαρίδα. Αρχικά αιωρείται σαν παχύσαρκο πουλί, σύντομα κουτουλάει στην κορνίζα, σταματά, αλλάζει διαδρομή, στρέφεται προς τον τοίχο.
Σηκώνεται από την καρέκλα της. Τον πλησιάζει. «Μια μέρα θα βουτήξω μέσα σου», του λέει. Μετά στρέφεται προς το παράθυρο. Ο αέρας, ακόμη δροσερός για την εποχή, ανακατεύει το φουστάνι της, και καθώς το ανακατεύει, ανακατεύεται κι αυτή.
«Τρεις μήνες κρατάνε λένε, πάνε ήδη έξι, θα περάσει, δεν θα περάσει;»
Τα πουλιά σαν να κάνουν τσίου τσίου. Στ’ αυτιά της. Τώρα τελευταία πολλά κάνουν τσίου τσίου στ’ αυτιά της, και τουκ τουκ κάνουν και τουκ τουκ. Σκάστε σκατοπουλιά! θέλει να φωνάξει. Ο ήλιος σε απόλυτη αρμονία πάνω από τη θάλασσα, ολοστρόγγυλος. Ο δρόμος που σχηματίζει πάνω στο βαθύ μπλε μια τελειότητα, ίχνος πινελιάς δεν ξεμυτίζει.
Σκύβει ελαφρώς το κεφάλι της προς το μέρος του. «Μια μέρα θα βουτήξω μέσα σου, στ’ αλήθεια!», του ξαναλέει. Κι ανοίγει τα χέρια, μιμούμενη την κίνηση του κολυμβητή.
Η κατσαρίδα επιστρέφει στο τοπίο, τώρα πιο αποφασισμένη, πάνω στη βάρκα μοιάζει με μαύρο ναυαγό γαντζωμένο στην κουπαστή. Σαν να φωνάζει, «Πάρτε με από δω! Πνίγομαι! Πάρτε με! Πνίγομαι! Πνίγομαι!».
«Βρόμισες, το ξέρεις;», του λέει ξεφυσώντας. Κολυμπά πρόσθιο, χωρίς νερό, πρόσθιο για ν’ απομακρύνει την μπόχα. Η ανάσα της μπλέκεται με τη σκόνη, τον αέρα, μπερδεύεται, χάνει τον δρόμο της, επιστρέφει στο ρουθούνι, λιγότερη, πάντα λιγότερη.
Στο ίδιο σημείο, στην άκρη, «ανδρόνικος», με καλλιγραφικά. Με υποβρύχιο μοιάζει η υπογραφή του μέσα στο γαλάζιο, το δ εξέχει στην επιφάνεια με χάρη. «Ανδρόνικε, ακούς; Εγινες υποβρύχιο!» Πουθενά αλλού ο Ανδρόνικος.
Μόνο μέσα της. Ο Ανδρόνικος πια μόνο μέσα της, χτυπά τις νύχτες, χτυπά τα πρωινά, τελευταίως χτυπά και τα μεσημέρια. Περιφέρεται βυθισμένος, σχεδόν αποπροσανατολισμένος, ενεργοποιεί τον συναγερμό. Ανοιξε καλέ, πρόλαβες και με ξέχασες! Ανοιξε! Ανοιξε! Με ξέχασες…
Τρία πουλιά.
Τρία πουλιά ακόμη κάθονται, ακίνητα μέσα στο γαλάζιο. Κι ο Ανδρόνικος ακόμη υποβρύχιο, υποβρύχιο που βρυχάται. Υπάρχει και νησί. Με μια Φοινικιά. Πάνω, στη γωνία. Η Φοινικιά έχει τις πιο αρμονικές φυλλωσιές του κόσμου. Κάτι σαν μικρός παράδεισος, μόνο που έχει θαμπώσει. Σε ένα σημείο του κορμού μια τρύπα. Την άνοιξε ο Ανδρόνικος, με το τσιγάρο του. Για ν’ αναπνέει.
«Σκατοπούλια…τα σκατοπούλια σου…», ξεφυσά, πια χωρίς αέρα. Θέλει να απλώσει το χέρι και να τα ξεριζώσει απ’ το πλάνο! Με κάποιο τρόπο να τα απελευθερώσει από την ακινησία τους! Μια μέρα θα ζωγραφίσω τον αέρα. Δεν έχει ζωγραφίσει κανείς τον αέρα. Μια μέρα θα το κάνω. Θα ζωγραφίσω τον αέρα…
Αλμύρα. Σαν να ‘σκασε έξω απ’ το πλαίσιο. Ιδέα της. Ιδέα της. Μα μυρίζει έντονα.
«Ιδέα σου…», γνέφει τώρα ο πίνακας. Η ιδέα έχει ήδη σχηματιστεί στο μυαλό της. Ακίνητη, σαν τα πουλιά. Την ακίνητη ιδέα να την φοβάσαι, σε τρώει, σαν την αλμύρα.
Μήνες το σκέφτεται. Μέτρησε την απόσταση άπειρες φορές, την ένταση, την επιτάχυνση, τις δρασκελιές, αν θα πρέπει να είναι μεγάλες, μικρές, και τα δύο, καλύτερα και τα δύο, πρώτα μικρές και μετά μεγάλες, όπως τρέχει κανείς στο άλμα εις μήκος. Πρώτα αυτοσυγκέντρωση, μετά στον στόχο κι όλα θα γίνουν, όλα θα γίνουν ακριβώς όπως πρέπει. 1, 2, 3…1, 2, 3…δεν είναι δύσκολο. Τοίχος είναι, αντέχει, το ποσοστό αποτυχίας μηδαμινό.
Νεαρή χήρα βούτηξε μέσα στον πίνακα του συζύγου της, εγκυμονούσα. Το κεφάλι της πολτοποιήθηκε από την αντίσταση του τοίχου. Ο σοβάς που έπεσε στο πάτωμα απ’ το χτύπημα αναμίχθηκε με το αίμα και σχημάτισε ένα τέλειο ροζ. Κάποιοι λένε πως το κεφάλι, πολτοποιημένο, πέρασε το φράγμα του τοίχου, έβγαλε βράγχια και κολύμπησε.
Ξεντύνεται. Βγάζει και τα παπούτσια. Ετοιμάζεται. Τεντώνει τα άκρα των χεριών και των ποδιών σαν αθλητής. Γέρνει το κεφάλι πρώτα δεξιά και μετά αριστερά. Απελευθερώνει με θόρυβο την ένταση απ’ το στήθος. Αν είχε καδένα με σταυρό ή φυλακτό θα την σήκωνε και θα την φιλούσε.
Το αεράκι απ’ το παράθυρο τώρα πιο έντονο, σαν να την σπρώχνει. Την σπρώχνει. Μα κλοτσάει το άτιμο, κλοτσάει. Να του κάνεις τη χάρη, της έγραψε στο γράμμα ο Ανδρόνικος. Να το πάρεις στη θάλασσα, βρέφος ακόμη, να κολυμπήσει. Κάπως, κάπου, κάποτε να με συναντήσει.
Κλοτσάει πολύ το άτιμο. Ολο κλοτσάει. Σήμερα την κλοτσάει για να ζήσει.
Τελευταίο βιβλίο της Μ. Α. Ιωάννου είναι η συλλογή διηγημάτων «Καζάνι» (Νεφέλη, 2015)
❖❖❖❖❖
Κάτι πολύ μικρό
Του Παναγιώτη Κεχαγιά
Σε ένα νησί στα βορειοδυτικά της χώρας, στο πλάι του μουσείου, μπορεί κάποιος να βρει έναν πέτρινο φράχτη και μια κλειδωμένη καγκελόπορτα, σφυρήλατη, που οδηγεί σε έναν μικρό κήπο. Αυτός βρίσκεται πάνω από έναν κολπίσκο που κάποτε υποδεχόταν την κάθε νέα μέρα με τον πλέον παρθενικό τρόπο, παρέχοντας έτσι την τέλεια αρχή σε μια μέρα που ιδανικά θα μπορούσε να αφιερωθεί στην αντιστροφή της δημιουργίας του δημιουργημένου κόσμου που συμβαίνει όταν ξεχνάμε. Τώρα ο κολπίσκος περιέχει μια προβλήτα, λίγες ψαρόβαρκες που λικνίζονται με το κύμα, μια καφετέρια, και τις φωνές των παιδιών που παίζουν στη μικρή παραλία. Εσείς ξέρατε ότι οι κήποι αρχικά δημιουργήθηκαν σαν ένα ανάλογο, ένα τέλειο σύμβολο που αντιστοιχούσε σε ολόκληρο τον κόσμο; Αν μας είχαν δώσει το κλειδί για την πύλη θα μπορούσαμε να πάμε στο πηγάδι και να ρίξουμε μέσα ένα από τα βότσαλα, και θα το ακούγαμε κάπου βαθιά να πέφτει στο νερό. Από τη στιγμή που δεν μπορούμε να μπούμε, εγώ κι εσείς, γιατί να μη γυρίσουμε από εκεί που ήρθαμε, να στρίψουμε στη γωνία και να φτάσουμε μπροστά στην είσοδο του μουσείου; Οχι, δεν μπορούμε να μπούμε, σήμερα είναι Δευτέρα, αλλά μπορώ να σας πω το εξής: μέσα του κατοικούν τα ζωγραφισμένα πρόσωπα επινοημένων γυναικών από το άλλο ημισφαίριο, που είναι αιώνιες, και κατά μία έννοια άπειρες, αφού προορίζονται να ξεπεράσουν σε διάρκεια τον δικό σας νου. Οταν το μυαλό σας σταματήσει να λειτουργεί, ο χρόνος θα σταματήσει κι αυτός, αλλά οι Γιαπωνέζες θα είναι ακόμη εκεί, και θα κατοικούν, αυτές και η γαλήνια γύμνια τους, στις πτέρυγες και τους διαδρόμους αυτού του μουσείου που κάποτε ήταν ανάκτορο. Τα δωμάτια του μουσείου έχουν κατασκευαστεί μέσα στις τέλεια διατηρημένες αίθουσες του ανακτόρου όπως ο κρόκος μέσα στο αυγό. Οι κυρίες και οι παλλακίδες περασμένων εποχών ατενίζουν τον κόσμο μέσα από τις λιτές κορνίζες τους. Ας γυρίσουμε όμως να κοιτάξουμε πέρα από την πλατεία και το παιχνίδι κρίκετ που εξελίσσεται στο γρασίδι. Βλέπετε εκείνα τα δύο παράθυρα στον όγδοο όροφο; Ανήκουν σε δύο πανομοιότυπες γκαρσονιέρες, η μια δίπλα στην άλλη. Στη μία μένει μια κοπέλα και στην άλλη ένας νεαρός άντρας. Αυτή σπουδάζει τσέλο, αυτός ζωγραφική. Κάποιος από τους δύο ζήτησε από τον άλλο λίγη ζάχαρη, κάτι που οδήγησε σε μερικούς περιπάτους, που με τη σειρά τους κατέληξαν σε ένα από τα κρεβάτια. Το μουσείο το επισκέφτηκαν δύο φορές, για να δουν τα μοναδικά πρόσωπα σε ολόκληρο το νησί που δεν θα αλλάξουν ποτέ. Ο νεαρός άντρας είχε μια ευγενή φιλοδοξία: να διυλίσει την ομορφιά της κοπέλας μέσω ενός πινέλου από τρίχες καμήλας, να χωρίσει το πρόσωπο και το σώμα και τα γυμνά της στήθη σε ελάχιστα κομμάτια και να τα περάσει ένα ένα μέσα από κάθε δευτερόλεπτο, μέχρι που μετά από εκατοντάδες χιλιάδες δευτερόλεπτα θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι είχε εντάξει το σχήμα της σε μία από τις αρχειακές ταξινομήσεις του απείρου. Αντί γι’ αυτό όμως περνούσαν τον χρόνο τους κάνοντας έρωτα, κοιτάζοντας το κινούμενο είδωλό τους. Τώρα η κάθε της λεπτομέρεια ξεθωριάζει μέσα στον νου του καθώς τα διάφορα σχήματα που μπορεί να πάρει ένα σώμα θολώνουν το ένα μέσα στο άλλο στα βάθη ενός καθρέφτη. Λίγο μετά αυτή έμεινε έγκυος και του το είπε. Ο άντρας ένιωσε μια ήσυχη απελπισία αλλά δεν το έδειξε και πρότεινε να μετακομίσουν σε ένα διαμέρισμα με περισσότερα δωμάτια. Αυτή πρώτα χαμογέλασε, μετά έκλαψε και μετά τον αγκάλιασε. Μπορεί να χρειαστεί να πουλήσω το τσέλο, είπε, ενώ το όργανο στεκόταν στη γωνία του δωματίου, ένα ανάλογο, ένα τέλειο σύμβολο για το καμπύλο της σώμα. Ο άντρας μετά από λίγο έφυγε, βγήκε στον δρόμο, διέσχισε την πλατεία κι έστριψε στη γωνία του μουσείου. Τα χέρια του έπιασαν τα κάγκελα της κλειδωμένης πύλης. Ενα πουλί πάνω σε ένα κλαδί τον κοιτούσε σιωπηλό, αλλά έχω έρθει εδώ τόσες πολλές φορές που το τραγούδι του διατρέχει τον κήπο της μνήμης μου. Μετά από λίγη ώρα ο άντρας γύρισε και πήγε πάλι μέχρι τη γωνία απ’ όπου ήρθε, έστριψε κι έφτασε μπροστά στην είσοδο του μουσείου. Στέκεται εδώ δίπλα μου, ή ίσως γύρω μου, σαν το ασπράδι ενός αυγού που περιβάλλει τον κρόκο, και σκέφτεται ότι πρέπει τώρα, εδώ, να πάρει μια απόφαση: Τι καθρεφτίζει η μήτρα της; Το άπειρο ή κάτι πολύ μικρό; Ποια είναι η αξία εκείνου που το σπρώχνουν μέσα στον κόσμο μέσα στο διάστημα λίγων μόλις δευτερολέπτων; Μερικά από τα χρώματα που χρειάζομαι για τη δουλειά μου είναι πολύ ακριβά. Αραγε θα πάει προς το διαμέρισμα, εκεί που αυτή τον περιμένει χαρούμενη να γυρίσει, ή προς το λιμάνι απ’ όπου έχει πλοίο κάθε ώρα; Γύρω από την πλατεία είναι τοποθετημένος ο κήπος, το μουσείο, το φρούριο και μια σειρά από κομψές πολυκατοικίες. Φαίνονται όλα τους σαν να δημιουργήθηκαν μέσα στα όρια μιας ώρας ή ενός ψιθύρου. Το μόνο βέβαιο είναι ότι θα ξεπεράσουν και τα δύο, και την ώρα και αυτές τις λέξεις που εγώ σας ψιθυρίζω. Ο άντρας βάζει τα χέρια στις τσέπες και μετά γυρίζει να φύγει. Σύντομα, χάνεται μέσα στα πλήθη που συρρέουν στο νησί και αυτό το καλοκαίρι. Εγώ μένω εδώ που είμαι και αργότερα ο ήλιος πέφτει προς τον ορίζοντα σαν βότσαλο μέσα σε πηγάδι.
Η συλλογή διηγημάτων «Τελευταία προειδοποίηση» (Αντίποδες, 2016) είναι το πρώτο βιβλίο του Π. Κεχαγιά
