«Ανοιξα το βιβλίο μαρτυρίας της ζωής των γονιών μου με το νούμερο 512 στο Μεγάλο Αρχείο των Νεκρών. Οπως είπα, χωρίς έξαρση, όπως τα αρχεία. Δεν είναι ούτε πιο σπουδαίο ούτε πιο σημαντικό από των άλλων»∙ αυτά εκμυστηρεύεται ο μεγάλος γιος του Αριστείδη και της Ελισάβετ, προσωπείο της συγγραφέως, μεταστεγάζοντας τα άλιωτα οστά των γονιών του από τον νοικιασμένο χώρο της πρώτης ταφής στο μαρμάρινο οστεοφυλάκιο της «βιομηχανίας του θανάτου».
Εξαρχής θα πρέπει να επισημάνουμε ότι όλα τα πρόσωπα αναφέρονται με το βαφτιστικό ή το υποκοριστικό τους όνομα ή με την ιδιότητά τους: Ο Αριστείδης, «που θα γινόταν αργότερα πατέρας μου», η Ελισάβετ, «το κορίτσι που πολύ αργότερα έγινε μητέρα μου», ο παππούς Αλέκος, ο θείος Φίλιππος. Πουθενά επίθετο. Είναι μάλλον ο τρόπος για να φανεί η οικειότητα της συγγραφέως με το υλικό της ή η πρόθεσή της να υποδείξει τον αυτοβιογραφικό χαρακτήρα του κειμένου.
Εκεί μας προσανατολίζει άλλωστε και το μότο από τον Πολ Βαλερί που προτάσσεται στο βιβλίο: «Στοχασμοί πάνω σε ανιόντες και κατιόντες». Πρόκειται λοιπόν για ένα οικογενειακό χρονικό, με εμφανή αυτοβιογραφικά στοιχεία αλλά και έκδηλη μυθοπλαστική διάθεση.
Ετσι αρχίζει η εξιστόρηση της ζωής όχι μόνον των γονιών αλλά και των προγόνων με βαθιές ρίζες στη Σμύρνη και ανεξίτηλες μνήμες από την Καταστροφή. Φωτογραφίες, διηγήσεις για τα κύρια πρόσωπα αλλά και τους φίλους τους, ασχολίες, αντικείμενα, συνθήκες ζωής συγκροτούν έναν ολόκληρο κόσμο, χωρίς φλυαρίες και συναισθηματικούς πλατειασμούς.
Η αφήγηση είναι τρίκλωνη: Παράθεση του περιεχομένου από το υποθετικό Βιβλίο των νεκρών Νούμερο 512, που αφορά τη ζωή των γεννητόρων, εμβόλιμα σχόλια του γιου που αποφασίζει να προβεί στην έκθεση και ημερολογιακές σελίδες του ίδιου που κρατήθηκαν όταν η ζωή του πατέρα του ζύγωνε αμετάκλητα στο τέλος∙ σε αυτό το τελευταίο κομμάτι ο λόγος της Δίγκα βρίσκει τις καλύτερες στιγμές του.
Στις ενταγμένες στην αφήγηση σημειώσεις του γιου, πέρα από την ποιητική γλώσσα και την εγγενή τρυφερότητα, ενδιαφέρον παρουσιάζουν δύο στιγμιότυπα, εκείνο του παιδιού που δεν μίλαγε «στο σπίτι της πανάκριβης διαμονής», όπως ονομάζεται το ίδρυμα φροντίδας ανήμπορων ανθρώπων, και το άλλο με τον βραδύγλωσσο συγγενή που, παρά την επιθυμία του μεταστάντος και των συγγενών να μην εκφωνηθούν επικήδειοι, επιμένει να πει τα δικά του. Ανιχνεύονται εδώ το διακριτικό χιούμορ και η πικρή ειρωνεία της συγγραφέως.
Το βιβλίο γίνεται επίκαιρο και λόγω του σύγχρονου προσφυγικού προβλήματος. Η ζωή επαναλαμβάνεται. Πάντα ένας καθρέφτης αντανακλά είδωλα και πολλαπλασιάζει διαστάσεις.
Η αφήγηση θα μπορούσε να τελειώσει στη σελ. 107. Τα δύο σκίτσα της συγγραφέως, «προσωπίδες θανάτου», που ακολουθούν, ολοκληρώνουν το έργο. Μας επιφυλάσσει όμως, ως υστερόγραφο, λίγες ακόμη σελίδες φιλοσοφικής σκέψης και θυμικής αποφόρτισης.
«Η ζωή μας δεν είναι η ζωή μας, αλλά μόνον η ιστορία που είπαμε γι’ αυτήν. Η ιστορία που είπαμε στους άλλους, κυρίως όμως στον εαυτό μας», για να θυμηθούμε τον Τζούλιαν Μπαρνς. Και η Κλεοπάτρα Δίγκα τη λέει με τρόπο ενδιαφέροντα.
≈≈≈≈≈
Το Παράξενο καλοκαίρι είναι το τέταρτο κατά σειρά βιβλίο της Λίνας Φυτιλή∙ έχουν προηγηθεί: η νουβέλα Οι νύχτες της άχρωμης κιμωλίας (1997), το μυθιστόρημα Τώρα είναι αργά (2011) και η ποιητική συλλογή Μυθική μέρα (2014). Το βίωμα από πρώτο αλλά και από δεύτερο χέρι∙ όσα ζούμε και όσα μας λένε οι άλλοι ότι ζήσανε: μια γιαγιά, μια νονά, ένας συνάδελφος, ένας φίλος.
Παιδιά που παίζοντας στην αυλή ατενίζουν τα καράβια και μαθαίνουν τη ζωή∙ ένας σκύλος που τον σκοτώνουν και ζωντανεύει στο όνειρο∙ μια εγγονή που, ακροβατώντας ανάμεσα στη μνήμη και την πραγματικότητα, παρακολουθεί αθέατη την κρυφή ζωή της συνονόματης γιαγιάς της∙ ένας απολυμένος άνεργος και άστεγος στην απάνθρωπη πόλη ζητά «μια παράταση χαράς» μέσα στο χιόνι ή στη μυρωδιά από τα ζεστά κάστανα∙ άνθρωποι που θυμούνται τα παλιά και βρίσκουν διέξοδο «σ’ ένα παρόν με μετρημένες διαστάσεις», όπως η Γλυκερία στο εξαιρετικό «Το δίχτυ της μνήμης»∙ άνθρωποι που βολεύονται σε εποχικές δουλειές και μετά, βουτηγμένοι στην ανασφάλεια, ξημεροβραδιάζονται στα γραφεία ευρέσεως εργασίας∙ δύο πρώην ερωτευμένοι που εκτονώνονται με μακρόπνοα πρωινά τηλεφωνήματα∙ πατρικές κληρονομιές που βγαίνουν στο σφυρί∙ βλέμματα που μόλις θητεύσεις στο αλφαβητάρι τους σε ταξιδεύουν σε βάθη και ύψη, αυτός είναι ο κόσμος και οι συνθήκες που απομονώνει η συγγραφέας, η οποία καταγράφει το παρόν, επιστρέφει στο παρελθόν και ψάχνει το μέλλον των ηρώων της.
Η ποιότητα των ιστοριών είναι άνιση, κάποια με υψηλό τον πήχη, όπως το «Μια πατρίδα για τον Σεργκέι», «Το βλέμμα» ή «Το δίχτυ της μνήμης», άλλα επαρκώς καλά, τα περισσότερα, και κάποια αδύναμα, όπως το ομότιτλο με τη συλλογή διήγημα.
Η εντύπωσή μου είναι ότι η Φυτιλή, χειριζόμενη με άνεση τον λόγο, αποδίδει καλύτερα στην απλή αφήγηση∙ όταν επιχειρεί να απομακρυνθεί από την πραγματικότητα ενισχύοντας το μερίδιο της φαντασίας, χάνει λίγο τον στόχο. Πρόκειται πάντως για γραφή αισθαντική και τρυφερή, που παρακολουθεί με ματιά διεισδυτική τον γύρω και τον μέσα κόσμο των ηρώων της.
