Φιλήμονας Πατσάκης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ταξιδεύοντας στο βάθος μας

Ριζοσπαστικές αναγνώσεις

Μια εύλογη περίοδος μοναξιάς είναι απαραίτητη στον κάθε άνθρωπο, είτε για να διακόψει τους αφόρητους συχνά ρυθμούς είτε για να επιχειρήσει ένα ταξίδι στα έγκατα του εαυτού του, εκεί που κατά πολλούς εγκατοικεί η αυτογνωσία. Στην πρώτη περίπτωση είναι πολύ πιθανές η ανεύρεση της ηρεμίας και η ανάπαυλα του σώματος.

Τα δύσκολα έρχονται στη δεύτερη γιατί είμαστε αναγκασμένοι να κοιτάξουμε τον άγνωστο εν πολλοίς εαυτό μας.

Δεν είναι και τόσο ευχάριστο να αντικρίζεις τις αδυναμίες σου, τα λάθη σου, τις κακές στιγμές, την ανία ή το ολίγον τής ώς τούδε ζωής σου. Φαντάζει όμως απαραίτητο να συνομιλήσεις μαζί τους, να φιλιωθείς, να προσπαθήσεις να τα ανατρέψεις ή κάπως να τα μετουσιώσεις ώστε να γίνουν οικεία, ακόμη και υποφερτά.

Παράλληλα, θες-δεν θες αρχίζεις να σκέφτεσαι διαφορετικά. όχι μόνο να σκέφτεσαι αλλά και να στοχάζεσαι για τη ζωή σου και για την ίδια την ύπαρξη, το νόημά της, αν έχει νόημα, και άλλα πολλά που τυραννάνε τον εφήμερο άνθρωπο, τις σχέσεις των φύλων, την πολιτική οργάνωση των κοινωνιών, τις καθημερινές επαφές, τον τύπο της επικοινωνίας, το στιλ, το γούστο και λοιπά.

Μόνο στη μοναξιά έχεις (;) χρόνο να ανασκαλέψεις όλα τούτα. Είναι μια δημιουργική μοναξιά βεβαίως, αλλά κι αυτή επώδυνη. Τίποτε όμως δεν γεννάται δίχως πόνο, αυτή είναι η μοίρα (;) μας, η πορεία μας.

Ολο αυτό το ταξίδι όταν καλείσαι να το περιγράψεις είναι η δημιουργία, αυτό είναι δημιουργία, τέχνη δηλαδή. Εμφανίζεται είτε σαν αίνιγμα είτε σαν κάποιο αλλόκοτο παραμύθι που δεν είναι απαραίτητο να έχει ένα όμορφο τέλος. Κάπως έτσι η λογοτεχνία εισδύει στη ζωή μας και την αναστατώνει, τη γλυκαίνει, την ισορροπεί.

Επιμέλεια: Γιώργος Σταματόπουλος

❖❖❖❖❖

Ο Κωνσταντίνου μάς πληροφορεί στο οπισθόφυλλο ότι το έργο αυτό είναι μεν αυτόνομο, αλλά έχει μια εννοιολογική συνάφεια με τα άλλα του έργα, το «Κρούγκερ», το «Unabomber», και το «Νταρκ», σε σημείο μάλιστα που να τους δοθεί ένας τίτλος «με υλικά που κατασκευάζονται οι φόβοι». Το έργο αυτό είναι το καλύτερο από αυτά που μας έχει προσφέρει ο συγγραφέας, ένα έργο από το οποίο οι συναισθηματικές συγκρούσεις και η διαρκής αναζήτηση νοήματος αναβλύζουν αβίαστα.

Ο υπότιτλος του έργου, «ένας γρίφος για το εγώ, το εμείς και το τίποτα», είναι τρομερά διαφωτιστικός για την ένταση μιας ιστορίας που θα μπορούσε να είναι ανιαρή, αλλά καταλήγει να είναι η επέκταση της πρώτης σκηνής. Μια διαρκής αποτίμηση της «Κραυγής» του Μουνκ.

Στον πίνακα του Μουνκ ο άνθρωπος δεν φωνάζει στον ιδιωτικό του χώρο για τις αυταπάτες και τη μοναξιά. Φωνάζει στον δημόσιο χώρο για όλα αυτά, αλλά και για την απόγνωση της ύπαρξης. Μια κραυγή χωρίς ήχο, προς άγνωστο παραλήπτη. Το εγώ λοιπόν, ένα εγώ διαλυμένο, ένα εγώ που γνωρίζει την απόλυτη έλλειψη νοηματοδότησης, προσπαθεί να συγκεράσει την καθημερινότητα με τον πόνο.

Τώρα μάλιστα που ξέρει ότι η καθημερινότητα δεν προσφέρει τίποτα το καταπραϋντικό. Σε κάθε πραγματικότητα προσιτή σε κάθε πλάσμα πρέπει να ψάξουμε τον τόπο της θυσίας, την πληγή. Αυτό ακριβώς κάνει ο Κωνσταντίνου, αναλύει τις ζωές των ηρώων του, τις διαφορετικές προσεγγίσεις τους, την παράταιρη παρέα τους μέσα από τη διαρκή αναζήτηση της πληγής.

Ο Bataille θα μας πει ότι «είμαστε άτομα που πεθαίνουν απομονωμένα μέσα σε μια ακατάληπτη περιπέτεια, αλλά που νοσταλγούν τη χαμένη περιπέτεια». Αν συμφωνείτε πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσετε αυτό το βιβλίο, αν πάλι δεν συμφωνείτε ελπίζω να έχετε βρει έναν καλό λόγο. Κάθε διάλογος, κάθε μονόλογος και κάθε θλίψη, ακόμα και ο έρωτας που είναι μια κραυγή θανάτου, φέρνει τον καθένα στο βιβλίο αναγκαστικά αντιμέτωπο με τον εαυτό του, τον οποίο δεν μπορεί να αναγνωρίζει πλέον μέσα από τους άλλους, δεν μπορεί να έχει το άλλοθι του «εμείς» που καταρρέει με πάταγο.

Πώς μπορεί να δομηθεί «μια αξιοπρεπής ζωή χωρίς καταρρεύσεις»; Στο κέντρο της παρέας τίθεται αυτή η ερώτηση, η οποία όμως είναι εξαιρετικά δύσκολο να απαντηθεί. Το θέμα δεν έχει να κάνει με τους τρόπους να κατακτηθεί κάτι τέτοιο, αλλά είναι καθαρά θέμα ορισμών. Ούτε το «αξιοπρεπής» αλλά ούτε και οι «καταρρεύσεις» έχουν έναν κοινό πυρήνα για όλους.

Γι’ αυτό οι διαρκείς μονόλογοι των ηρώων του Κωνσταντίνου βρίσκουν έναν κοινό τόπο στη μοναξιά και τη διάψευση. Ποιο είναι το διακύβευμα; Είναι κάτι σαφώς μεγαλύτερο από τη μοναξιά, είναι μια ζωή στην οποία η ύπαρξη τελικά είναι απούσα. Αυτό το «ταξίδι στην άκρη της νύχτας», που εκτός από αναφορά σε ένα βιβλίο που αγαπά πολύ ο συγγραφέας είναι και μια ουσιαστική αποτίμηση του έργου, αφορά την άρνηση των αρχών και των αξιών που υπάρχουν και που περιορίζουν το δυνατό.

Οι αξίες του κάθε ήρωα είναι αξίες ξένες προς τη ζωή και γι’ αυτό δεν συμβάλλουν ούτε στο ελάχιστο στη διέξοδο, στην κάθαρση. Μια αταξία στιγμών, μια αταξία λόγων, γέλιων και λυγμών, μια ομοιότητα φρίκης και οδύνης όχι γι’ αυτά που χάθηκαν αλλά γι’ αυτά που δεν ήρθαν ποτέ. Οι ήρωες παλεύουν σε έναν ακυρωμένο διάλογο να μας εφοδιάσουν με ερωτήματα και απορίες. Μια σύνθεση με μαεστρία δοσμένη.

Το τίποτα δεν δομείται από την ανυπαρξία, εδώ το φάντασμα είναι συμμετέχον, είναι ο αμήχανος αφηγητής. Στην αρχή αισθάνθηκα ότι η αμηχανία του αφηγητή ήταν ένα σφάλμα του συγγραφέα, λόγω της εγγύτητας του θέματος, όμως αντιλήφθηκα γρήγορα ότι το φάντασμα είναι αμήχανο διότι παρ’ όλο τον θάνατο δεν διαθέτει ούτε τώρα απαντήσεις, δεν μπορεί να δώσει λύσεις στο υπαρξιακό δράμα που εκτυλίσσεται μπροστά του.

Στο τέλος είναι φανερό ότι αν ο άνθρωπος δεν έκλεινε με αυτεξουσιότητα το μάτι, στο τέλος δεν θα μπορούσε να ξέρει αν άξιζε να κοιτάξει. Κάθε πράξη πάλλεται από το αίσθημα του ανικανοποίητου, χωρίς όμως αυτό να προσφέρει μια δυνητική διέξοδο. Αυτό γίνεται γιατί υπάρχει έλλειψη επιθυμίας και παραίτηση. Ο Κωνσταντίνου κοιτά βαθιά μέσα στο σήμερα και αφουγκράζεται μέσα από πολλαπλές στιγμές, ακόμα και από την πολύ ωραία δοσμένη περιπέτεια, τις ακυρώσεις και τις ματαιώσεις. Ενα έργο που έρχεται να δώσει ένταση στη λογοτεχνία του παρόντος και αξίζει να διαβαστεί.