Μείζων μορφή της σύγχρονης γαλλόφωνης ποίησης, από τις σημαντικότερες φωνές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, πολυτιμημένος για το έργο του, αλλά και δόκιμος μεταφραστής, μεταξύ άλλων, του Ομήρου, του Πλάτωνα και των μεγάλων της ιταλικής και της γερμανόφωνης λογοτεχνίας, ο ελβετικής καταγωγής Φιλίπ Ζακοτέ (γενν. 1925) δεν είναι άγνωστος στο ελληνικό κοινό: Καπνός και κρύσταλλο τιτλοφορείται η επιλογή από το έργο του των ετών 1941-1967, σε μετάφραση Θανάση Χατζόπουλου, που έχει κυκλοφορήσει εδώ και μια δεκαετία («Τυπωθήτω», 2006).
Το τετράδιο της χλόης, που αποδίδεται στα ελληνικά από την Ιωάννα Κωνσταντουλάκη-Χάντζου, ομότιμη καθηγήτρια γαλλικής φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, πρωτοεκδόθηκε το 1990. Σπανίζει –αποκομίζουμε την αίσθηση, ανατρέχοντας στη βιβλιογραφία– η μεταφραστική πρακτική να προτιμώνται μεμονωμένες συλλογές έναντι ανθολογιών και συγκεντρωτικών εκδόσεων∙ εδώ, ωστόσο, επιβάλλεται από την ιδιομορφία του συγκεκριμένου κειμένου, τη συνοχή, την αδιάσπαστη ενότητά του.
Συνδυάζοντας πολυσέλιδα πεζά ποιητικής θερμοκρασίας με ολιγόστιχα ποιήματα, «με μάτι ζωγράφου και αυτί μουσικού», όπως σημειώνει η μεταφράστρια, ο Ζακοτέ βρίσκει στη φύση την αφορμή της ποιητικής του πράξης και την εκτέλεσή της στην άρση των ορίων μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού κόσμου, στην εξόρυξη αναφορών από το πολυδιάστατο τοπίο, αλλά και από ένα νοερό αποθετήριο εικαστικών, μουσικών και λογοτεχνικών διακειμένων.
«Η κερασιά», που ανοίγει, ως άτυπο προοίμιο, το βιβλίο, κατάφορτη από καρπούς, συνταιριάζει τη μέθεξη της υπερβατικής εμπειρίας με τον μεθοδικό στοχασμό της ενδελεχούς παρατήρησης. Ο ποιητής επιλέγει να αφεθεί σε ό,τι τον περιβάλλει και το αποδέχεται εντός των συμφραζομένων του. «Σαν κάποιος να είχε εμφανιστεί πέρα εκεί και να μου μιλούσε», λέει, προκειμένου να αποτυπώσει την εμπειρία του.
Ο κόσμος, εδώ, μεταμορφώνεται σε σπίτι ή σε ναό και η ζωή, σαν μουσική, αναδύεται «από μια καινούργια πηγή». Είναι το ίδιο το δέντρο, που «είχε πλησιάσει, κατακτήσει» τον ποιητή κι εκείνος, φτάνοντας στα όρια των εννοιών και των εικόνων, περιγράφει μέχρις εσχάτων τις λεπτομέρειες και εκπληρώνει τη φιλοδοξία του ποιητικού λόγου να προσεγγίσει και να καλύψει άλλες επικράτειες.
Ο δοκιμιακός τόνος εξακολουθεί, καθώς επισκεπτόμαστε έναν μικρό κήπο με κυδωνιές. Εκεί, η δύσκολη, απαιτητική γραφή του Ζακοτέ μετατρέπεται, θα λέγαμε, σε αισθητική και οντολογία.
«Οσο για μένα», γράφει, «που τελικά δεν καταλαβαίνω και πολλά πράγματα ως προς τον κόσμο, καταλήγω ν’ αναρωτηθώ αν το “πιο ωραίο” πράγμα, που ενστικτωδώς αισθάνεσαι ως τέτοιο, δεν είναι αυτό που πλησιάζει περισσότερο στο μυστικό αυτού του κόσμου». Κι αλλού αποφαίνεται «πως δεν έχουμε πια το δικαίωμα να χρησιμοποιούμε τη λέξη ομορφιά».
Η στέρεη μεθοδολογία, όμως, της γραφής του, με συλλογιστική πολύπλοκη και με την τεχνική των ακούραστων, καταιγιστικών συνειρμών, έρχεται να αναδείξει ότι το τολμηρό εγχείρημά του είναι τελικά η κατανόηση του κόσμου και, μέσα από αυτήν, η σύλληψη του ωραίου.
Στην περίλαμπρη, μοναδική στιγμή, τον πρώτο λόγο έχει η αίσθηση. Στόχος είναι «μια γλώσσα από γυαλί, μια διάφανη γλώσσα», καθώς συνέχεται από την ανάμνηση και το όνειρο, στη συμπλοκή τους με τον κόσμο και ο νους προσπαθεί να ταξινομήσει «εικόνες, προερχόμενες από τον πραγματικό κόσμο ή από παλιά βιβλία».
Αμαρτία εξομολογουμένη: έρχονται στιγμές που ένας τέτοιος τρόπος γραφής, όσο και αν εντυπωσιάζει, αφήνει και μια –κάπως δυσάρεστη– αίσθηση αυταρέσκειας, σαν να τραβάει ο Ζακοτέ αυτή την άσκηση στα άκρα, σαν να το παρακάνει ενσυνείδητα. Επειτα, όμως, φτάνει στ’ αυτιά μας «το τραγούδι των κορυδαλλών» και, μαζί του, η πολυπόθητη ισορροπία.
Το κείμενο αλλάζει σχήμα και μορφή και, καθώς κατευθύνεται προς τη λακωνικότητα του στίχου, μας επιτρέπει να αφεθούμε στην τελετουργία και τον μυστικισμό της φύσης και να ανακαλέσουμε ή να επινοήσουμε εικόνες θερινής εξοχής στον Νότο της Γαλλίας.
Μας είναι σαφές: ο ποιητής μοιράζεται, τελικά, το απόσταγμα του στοχασμού και της παρατήρησής του, έχοντάς μας πρώτα καθοδηγήσει κατά μήκος της διαδρομής που του επέτρεψε να φτάσει έως εκεί. Σαν αρχαίος εποποιός, αποποιείται την έμπνευση, την αποδίδει στη φύση και την επικαλείται ως Μούσα: «δεν είμαι εγώ», λέει, «που χάραξα τις γραμμές αυτές».
Από τις «λάμψεις του Αυγούστου» έως τα «θραύσματα που παίρνει ο άνεμος», ο Ζακοτέ διεκδικεί έναν μονάχα ρόλο για την ποίηση, ένα πεπρωμένο: να «μπορεί να κυρτώσει, να λυγίσει μια στιγμή, το σίδερο της μοίρας».
Καθώς ολοκληρώνει το σχέδιο και τη γραφή του, κρατά, κι εμείς μαζί του, τις εικόνες που «ανθολόγησε», τον κόσμο που περιέγραψε και, μέσω της περιγραφής του, έπλασε. Τι απομένει τώρα; «Ας πλανηθεί λοιπόν η σκέψη, ας ταξιδέψει ευτυχισμένη και ας επιστρέψει, ευτυχισμένη και πάλι, στην εστία της».
