Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Βιβλία στο προσκέφαλο

Σελίδες της Τετάρτης

Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.

Επιμέλεια: Μισέλ Φάις

Συγγραφέας που έλκεται τόσο από την αφήγηση-ποταμό, την ιστορική τοιχογραφία και την κοσμοπολίτικη ιθαγένεια όσο και από τον ψυχολογικό βυθό εγκλωβισμένων ηρώων στα όρια της πολιτικής συγκυρίας ή της υπαρξιακής αποξένωσης.

Ο Αλέξης Πανσέληνος αποδεικνύει εν τοις πράγμασι, μέσα δηλαδή από τα βιβλία του, ότι συγγραφέας είναι αυτός που μεταμορφώνει τις αναγνωστικές του εμμονές, τα αισθητικά του καθρεφτίσματα σε μυθοπλασίες, κοινωνικές περιέργειες ή ενδοσκοπικές μεταμορφώσεις. Εδώ φυλλομετρά την παιδική, εφηβική, νεανική και ώριμη αναγνωστική διαδρομή του.

Ο φιλοπερίεργος αναγνώστης του έργου του θα ψηλαφίσει οικειότητες, αναγωγές, διασταυρώσεις και ρήξεις ανάμεσα στα γραπτά του και στα διαβάσματά του.

Η μυρωδιά του τυπωμένου χαρτιού ήταν κάτι το οποίο άρχισα πολύ νωρίς να απολαμβάνω στα παιδικά και νεανικά μου διαβάσματα. Ξεχώριζε κάθε βιβλίο με το εξώφυλλο και τα κοσμήματα ή τις εικόνες που τότε συνόδευαν τα περισσότερα, αλλά και με τη μυρωδιά του χαρτιού και του μελανιού που χρησιμοποιούσε κάθε εκδοτικός οίκος. Μεγάλωσα με βιβλία, μια εποχή που δεν υπήρχε άλλος τρόπος να επικοινωνήσει ένα παιδί με τον μεγάλο κόσμο και με την Ιστορία.

Εμαθα να διαβάζω και να αγαπώ το διάβασμα. Ακόμα και τα θεατρικά του Τσέχοφ, του Σέξπιρ, του Μολιέρου και του Ανούιγ μου πρόσφεραν τις πιο συναρπαστικές παραστάσεις, όχι μπροστά σε κάποια σκηνή, αλλά διαβάζοντάς τα – παίζοντας, σκηνοθετώντας, σκηνογραφώντας και ντύνοντας τους ηθοποιούς, σε παραστάσεις ιδανικές που ποτέ δεν υπήρξαν.

Είναι αδύνατο να ξεχωρίσω τα βιβλία που αγάπησα, γιατί περισσότερο κι από αυτά αγάπησα το διάβασμα. Το παραμύθι της Γεωργίας Δεληγιάννη-Αναστασιάδη «Ο νάνος Τραλαλάς», τα βιβλία της Πηνελόπης Δέλτα, τα νεανικά του Αλκη Τροπαιάτη («Στο πέλαγος με την «Παναγιά»»), η παιδική διασκευή του «Γαργαντούα», το «100.000 γιατί» του Ιλιν, «Η μητέρα Φύση διηγείται», «Το όνειρο του μικρού Μιγκουέλ» του Γκρούμγκολντ, «Μάικελ, το σκυλί του τσίρκου» του Τζακ Λόντον, οι «Τρεις σωματοφύλακες», «Μετά είκοσι έτη» και –αρκετά αργότερα– ο «Υποκόμης της Βραζελόνης» του Δουμά, οι περιπέτειες του Ιουλίου Βερν – τα βιβλία που με οδήγησαν από την παιδική ηλικία στην εφηβεία.

Κατόπιν τα μυθιστορήματα της πρώτης νεότητας. «Ντέηβιντ Κόπερφηλντ» του Ντίκενς, «Ο τοξότης του Λουδοβίκου 11ου» και ο «Ιβανόης» του Γουόλτερ Σκοτ, «Η νήσος των θησαυρών» του Λούις Στίβενσον – και αργότερα τα αριστουργηματικά του «Κλεμμένο παιδί», «Κατριόνα» και «Ο Αρχων του Μπαλλαντραί». Τα εκπληκτικά μυθιστορήματα του Τζόζεφ Κόνραντ, «Η θύελλα» και ο «Καπετάνιος Φαλκ».

Επειτα έρχεται μια πρώιμη αίσθηση ενηλικίωσης στις αρχές της τρίτης δεκαετίας της ζωής μου. Είναι «Το μαγικό βουνό» του Τόμας Μαν. Οταν τελειώνω την πρώτη –μιας σειράς αλλεπάλληλων αναγνώσεών του– έχω την αίσθηση πως ξαφνικά μεγάλωσα. Θα μου ξανασυμβεί χρόνια αργότερα με τον Προυστ.

Αλλά για να φτάσω ώς εκεί, για να προετοιμάσω τα γαλλικά που θα χρειάζονταν για να τον διαβάσω, πέρασα από ένα άλλο εκπληκτικό σχολείο, αυτό των Γάλλων πεζογράφων όπως ο Μοπασάν (με τον αξέχαστο «Φιλαράκο» του και τα ασύγκριτα διηγήματά του), ο Γκοτιέ (με τον «Καπιταίν Φρακάς»), ο Εντμόν Ροστάν με τον συγκλονιστικό του «Συρανό ντε Μπερζεράκ», ο Ζεράρ ντε Νερβάλ με την αξεπέραστη «Ωρελί» –ένα μπερλιοζικής φαντασίας αριστούργημα– και τέλος τη μαγευτική Μαντάμ ντε Λαφαγιέτ με την «Πριγκίπησσα της Κλεβ».

Εχοντας αυτές τις αναγνώσεις στο αναγνωστικό μου σακίδιο και έχοντας περάσει από τον προθάλαμο του «Μοναστηριού της Πάρμας» του Σταντάλ, μπορούσα να εισπλεύσω στο «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» του Προυστ. Αυτή η περίοδος ήταν ένα ταξίδι από τη μαγεία στον συγκλονισμό.

Πέρασε ένα διάστημα κατά το οποίο αισθανόμουν να έχω απόλυτα απονευρωθεί συγγραφικά. Μετά από το βιβλίο αυτό δεν μπορούσα να γράψω – και δεν θα μπορούσα ίσαμε να περάσει αρκετός καιρός για να το αποτινάξω από πάνω μου. Εμαθα πολλά από αυτόν, αλλά κράτησα μόνο όσα θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω σε «ελληνικό» λογοτεχνικό έδαφος, για τα γραψίματά μου.

Μετά τους Γάλλους, έβρισκα δύσκολα απόλαυση στην αγγλοσαξονική σχολή, ίσαμε που γνώρισα την Τζέιν Οστεν. Είχε προηγηθεί κατά κάποιον τρόπο το «Αλεξανδρινό Κουαρτέτο» του Ντάρελ, αλλά η Οστεν κατάφερε να με μαγέψει.

Η Βιρτζίνια Γουλφ είχε σειρά με την «Κυρία Ντάλογουεη», ο Στερν με γύρισε δύο αιώνες πίσω με τον προφητικό «Τρίσταμ Σάντυ» του, ο Τζόις είχε σειρά με τους «Δουβλινέζους», το «Πορτραίτο του καλλιτέχνη» και τον «Οδυσσέα».

Οι «Υπνοβάτες» του Χέρμαν Μπροχ ήταν το επόμενο γερμανικό μυθιστόρημα που με καθήλωσε μετά το «Μαγικό βουνό» και ακολούθησε «Ο νεαρός Τέρλες» του Μούζιλ. Από τους μοντέρνους Γάλλους αγάπησα τον Ρεϊμόν Κενό για τη «Ζαζί», τον Μορίς Ντριόν για τα «ιστορικά» του μυθιστορήματα.

Συχνά επανέρχομαι στη σειρά περιπετειών του Αρσέν Λουπέν, που έγραψε ο Μορίς Λεμπλάν, φίλος στενός του Μοπασάν, μέλος του Κύκλου των Νορμανδών. Το «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» του Σελίν ήταν μια κεραυνοβόλος έκπληξη – άρχισα να γράφω στο ύφος του, αλλά γρήγορα κατάλαβα πως δεν ήταν για τα δόντια μου.

Από τους Ελληνες, σχετικά όψιμη αλλά καταλυτική η γνωριμία με τα πεζά του Βιζυηνού, η μεγάλη γενιά του ’20, με τους Κονδυλάκη και Θεοτόκη και τον παλιότερό τους Κ. Χρηστομάνο της «Κέρινης κούκλας».

Η τριλογία του Τσίρκα με καθήλωσε, ο «Χατζή-Μανουήλ» του ξεχασμένου Θράσου Καστανάκη με γοήτευσε, το ίδιο του Κοσμά Πολίτη το «Στου Χατζηφράγκου» και από τους νεότερους «Η πολιορκία» και «Ο γενναίος Τηλέμαχος» του Αλέξανδρου Κοτζιά με δίδαξαν, τα «Μηχανάκια» και τα «Καημένα» του Κουμανταρέα με ταξίδεψαν, τα πεζά του Ιωάννου, οι «Ιστορίες από τις Νότιες Ακτές» του Αποστολίδη μού έμαθαν πολλά.

Ολα αυτά είναι βιβλία στα οποία θα μπορούσα κάθε στιγμή να επιστρέψω με την ίδια και με ακόμα πιο μεγάλη απόλαυση και σήμερα ακόμα. Ξέρω πως δεν θα διαβάσω ποτέ όλα όσα πρέπει, ούτε όλα όσα θέλω να διαβάσω. Παρηγοριέμαι γράφοντας τα δικά μου.

Τελευταίο βιβλίο του Αλ. Πανσέληνου είναι το μυθιστόρημα «Η κρυφή πόρτα» (Μεταίχμιο, 2016)