Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η ιδιαίτερη οπτική γωνία επιδιώκεται από τους συγγραφείς και εκτιμάται από τους αναγνώστες, κυρίως επειδή δίνει μιαν άλλη ερμηνεία του κόσμου, συχνά αντισυμβατική και ανορθόδοξη.

Ακόμη περισσότερο, όταν ο κεντρικός χαρακτήρας διακρίνεται από μια ψυχοπαθολογική παρέκκλιση, όταν δηλαδή ζει με τις εμμονές, τις φοβίες, τα μικρά και μεγάλα ψυχολογικά του προβλήματα, τότε η σύλληψη της πραγματικότητας απ’ αυτόν μπορεί να οδηγήσει σε ευφάνταστες ιστορίες. Δύο έργα στο τέρμα του 2015 απέδειξαν αυτήν την άποψη.

Ο Αθανάσιος Αλεξανδρίδης είναι παιδοψυχίατρος. Αυτό ουδόλως θα μας απασχολούσε, αν από ένα σημείο κι έπειτα ο μικρός αφηγητής του δεν παρουσίαζε «Ασπεργκερ με υστερικόμορφα στοιχεία».

Μέχρι τότε φαινόταν ένας φυσιολογικός μαθητής της Α’ Δημοτικού που έβλεπε την πραγματικότητα με τα μάτια της παιδικής αθωότητας και της ευφυούς όσο και ανώριμα αναθεωρητικής κοσμοαντίληψής του.

Τέτοιου είδους ήρωες συναντάμε συνήθως στην παιδική λογοτεχνία, και γι’ αυτό εδώ, στη λογοτεχνία για ενηλίκους, κάτι τέτοιο φαίνεται φρέσκο, μπριόζικο, ανανεωτικό. Κι είναι ακόμα πιο προωθημένο, επειδή ο μικρός δεν μεταφέρει σε μας μόνο τον απονήρευτο τρόπο σκέψης και το αφτιασίδωτο ύφος του, ούτε μόνο την αυθόρμητη σύλληψη του κόσμου.

Ακόμα περισσότερο επειδή αγγίζει μια προβληματική ψυχοσύνθεση, με το σύνδρομο Ασπεργκερ να κάνει την αθωότητα ακόμα πιο παρεκκλίνουσα: μια φορά ως παιδί που βλέπει τα πάντα ιδεαλιστικά και μία ως φορέας ενός συνδρόμου που παρουσιάζει κοινωνική αδεξιότητα.

Το μικρό «πρωτάκι» βγαίνει από την οικογενειακή εστία κι εισέρχεται στον μεγάλο κόσμο του σχολείου, όπου πολλά πράγματα του προκαλούν απορία και προβληματισμό. Ερωτεύεται τη Στελλίτσα, ανερχόμενη «δημοσιογράφο» της τάξης, η οποία του χαρίζει πλουσιοπάροχα φιλάκια στο μάγουλο και την οποία θα παντρευτεί όταν μεγαλώσει.

Οι μικρές υπερβολές ενός μπόμπιρα φαίνονται τόσο φυσιολογικές. Στο σχολείο επίσης συλλαμβάνει την υστερία της δασκάλας, αλλά πάνω απ’ όλα αυτοκαθορίζεται όταν τον βάζουν να καθίσει μαζί με τον Μαξ, ένα αυτιστικό παιδί «με προσκολλητική ταύτιση» που κερδίζει την εμπιστοσύνη του.

Παράλληλα, στο σπίτι αγαπάει πολύ τη μητέρα του και βλέπει με υπολανθάνοντα φροϋδικό ανταγωνισμό τον πατέρα του, ώσπου ο ψυχαναλυτής παππούς αναλαμβάνει να διαλευκάνει τα αίτια της αντικομφορμιστικής συμπεριφοράς που ο μικρός εμφανίζει.

Το βιβλίο κερδίζει τον αναγνώστη κατ’ αρχάς με την παιδική ματιά αλλά και με την ευφάνταστη εξήγηση ποικίλων πλευρών της πραγματικότητας. Με μια γλώσσα φρέσκια και διερευνητική, που ενσωματώνει συχνά την παράξενη ιδιόλεκτο των ενηλίκων.

Με τις μικρές ανακαλύψεις στο σχολείο που κάνουν τον μικρό ήρωα έναν εξερευνητή ο οποίος μαθαίνει τι είναι οι άλλοι αλλά και τι είναι ο εαυτός του και σταδιακά πώς χτίζονται σχέσεις τόσο ανιδιοτέλειας όσο και ανώριμου πάθους.

≈ ≈ ≈ ≈ ≈

Από την άλλη, η εικοσιπεντάχρονη γιατρός Βασιλεία Γεωργίου θέτει στο κέντρο της αφήγησής της έναν αυτοκαταστροφικό μουσικό. Ο Αλκιβιάδης ξυπνάει και καταλαβαίνει/νομίζει ότι είναι νεκρός! Κι ενώ το σώμα του αρχίζει να δείχνει τα σημάδια της αργής αλλά ανιούσας σήψης, το μυαλό του λειτουργεί καλά, σαν να μη θέλει να εγκαταλείψει τον κόσμο.

Ο ίδιος νιώθει αδύναμος και προσπαθεί να συνειδητοποιήσει την υβριδική του κατάσταση, ανάμεσα σε άνθρωπο και πτώμα. Μολονότι όμως αυτός έχει πειστεί για το ανεπίστρεπτο, οι άλλοι τον αντιμετωπίζουν ως ζωντανό: η αγαπημένη του Νόρα, ο πατέρας του που έρχεται άρον άρον στο σπίτι, η μικρή κηδεμονευόμενη βαφτιστήρα του Ελενα.

Η οπτική γωνία του Αλκιβιάδη διασταυρώνεται με αυτές των άλλων και δημιουργεί μια αληθοφανή σύγχυση για το ποιος έχει δίκιο και πόσο είναι (μυθιστορηματικά) λογικό να είναι όντως νεκρός.

Σταδιακά, ο αναγνώστης τείνει να πιστέψει ότι ο πρωταγωνιστής του μικρού αυτού μυθιστορήματος πάσχει από ένα είδος παράνοιας, δεν παίρνει τα φάρμακά του κι έτσι αρχίζει να παρουσιάζει τη συγκεκριμένη παραίσθηση, ένα είδος διαστρεβλωμένης αυτοεικόνας.

Οσο προχωράει η αφήγηση, αντιλαμβανόμαστε ότι ο Αλκιβιάδης τρέφει αυταπάτες, αφερέγγυος, ανίκανος να συλλάβει τον εαυτό του και δη να τον αποδώσει με τους κατάλληλους όρους: ενώ είναι ψυχοπνευματικά άρρωστος, νομίζει ότι είναι νεκρός, ενώ είναι διαταραγμένος, θεωρεί ότι ήδη έχει τελεσίδικα πεθάνει.

Κι οι δύο συγγραφείς δείχνουν –με τελείως διαφορετικό τρόπο– το ασύμβατο μεταξύ του (ασθενούς) ανθρώπου και του κόσμου. Ο ψυχικά άρρωστος απορεί με τον τρόπο με τον οποίο οι άλλοι αντιμετωπίζουν την πραγματικότητα, το μεν παιδί καθόλου αφύσικα και συχνά κωμικά, αφού μαθαίνει τον κόσμο εν τη γενέσει του, ο δε ενήλικος με την τραγική διχοστασία, που τον φέρνει σε σύγκρουση με τους άλλους.

Η εσωτερική εστίαση και των δύο πρωταγωνιστών επιφέρει και λογοτεχνικά αποτελέσματα, καθώς η διττότητα του κόσμου αποτελεί τη σκακιέρα για πολλές σκέψεις, για πολλά διλήμματα, για ένα αναγνωστικό ξεβόλεμα που οδηγεί στο ξανακοίταγμα του Αλλου.