Μαρία Στασινοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τον Ιανουάριο του 1994, μία απίστευτη δολοφονία συγκλόνισε την Ελλάδα. Ο σαραντάχρονος παρκαδόρος Ματθαίος Μονσελάς σκότωσε «κατά παραγγελίαν» τη συνομήλική του οδοντίατρο Γιόλα Βαγενά.

Το θύμα προσέγγισε τον ανυποψίαστο μοναχικό υπάλληλο, συνήψε μαζί του φιλική σχέση και τον έπεισε να τη βοηθήσει να τερματίσει τη ζωή της που είχε γίνει αφόρητη μετά τον χωρισμό από τον άνδρα της.

Η υπόθεση θεωρήθηκε πρωτοφανής στα δικαστικά χρονικά και ο θύτης δικάστηκε σε 12 χρόνια και 9 μήνες κάθειρξη. Αποφυλακίστηκε στις 30 Δεκεμβρίου 1998. Δεν κατάφερε να συνεχίσει τη ζωή του και ζει αποσυρμένος σε μια σπηλιά στον λόφο του Φιλοπάππου, όπως μαθαίνουμε από το βιβλίο του Πάνου Σόμπολου Τα εγκλήματα που συγκλόνισαν την Ελλάδα, όπως τα έζησα.

Αυτό το περιστατικό υπόκειται στον θεματικό πυρήνα του νέου μυθιστορήματος του Δημήτρη Οικονόμου. Από το εντυπωσιακό πραγματικό γεγονός όμως ο συγγραφέας δανείστηκε μόνον την ιδέα και κάποιες λεπτομέρειες.

Εκείνο που προσπαθεί να ανιχνεύσει κυρίως είναι οι εσωτερικές διεργασίες και οι εξωτερικές συνθήκες που οδηγούν έναν άβουλο ή αδύναμο άνθρωπο να ζητήσει βοήθεια προκειμένου να φύγει από τη ζωή.

Εχουμε και εδώ μία μοναχική γυναίκα, την πενηντατριάχρονη Μαίρη, συμβολαιογράφο, χωρισμένη και τραυματισμένη ανεπανόρθωτα από την απιστία του συζύγου της, και έναν εξίσου μοναχικό ιδιοκτήτη φωτοτυπείου, τον σαρανταεπτάχρονο Βασίλη.

Ολα συμβαίνουν στην Αθήνα της κρίσης, στην υποβαθμισμένη περιοχή της Πλατείας Βάθη και των γύρω δρόμων, με προέκταση προς τον περιφερειακό του Λυκαβηττού, από την πλευρά του Κολωνακίου, όπου κατοικεί η Μαίρη.

Η κρίση προκύπτει ολοκάθαρα από τις συνθήκες ζωής και τις εικόνες της πόλης: οι άστεγοι στους δρόμους, ο αποκλεισμός από την εργασία, οι άνθρωποι που αναγκάζονται να μεταναστεύσουν, τα μαγαζιά που κλείνουν, οι γειτονιές που ερημώνουν.

Οι ήρωες του Οικονόμου, άνθρωποι εγκλωβισμένοι στον δικό τους μικρόκοσμο που στενεύει όλο και περισσότερο, απομακρυσμένοι ο ένας από τον άλλο, βλέπουν με τρόμο το αδιέξοδο να κλείνει όλους τους δρόμους.

Θρυλείται ότι το κέντρο της πόλης θα αποκλειστεί με τείχη και θα επιβάλλονται διόδια. Κάποιοι αγωνίζονται να κρατήσουν μία ανθρώπινη επαφή, όπως εκείνη του Βασίλη με τον υπάλληλό του Ακη ή με τον απέναντι ανθοπώλη ή με τον μικρό μετανάστη Καμάλ, τον οποίο βοηθάει στα μαθήματα και του προσφέρει ένα πιάτο φαγητό.

Ο Βασίλης είναι ένας κοινός άνθρωπος, με ιδιορρυθμίες και εμμονές όμως. Μόνος, κατάμονος, μιλάει με την παλιά φωτοτυπική μηχανή, που την έχει βαφτίσει Θάλεια, σαν να είναι γυναίκα ζωντανή και απολαμβάνει τη συντροφιά του σκύλου του, Κάλου, τη μέρα μόνον, γιατί τη νύχτα το ζώο καταφεύγει σε άλλο αφεντικό.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η κατά τακτά διαστήματα επίσκεψη του Βασίλη στο παλιό ξενοδοχείο Λωζάννη –οίκο ευγηρίας τώρα– όπου άφησε την τελευταία του πνοή αυτοκτονώντας ο καρκινοπαθής πατέρας του.

Ολη η ζωή του στερημένη και μίζερη. Ο πατέρας πέθανε έτσι, η μάνα τον ακολούθησε αργότερα και ο κατά πέντε χρόνια μεγαλύτερος αδελφός του χάθηκε ξαφνικά και αναίτια. Μόνος ο Βασίλης, αντί να διαλυθεί, αγωνίζεται και οργανώνει τη ζωή του προσφέροντας αγάπη και στοργή σε όσους βρίσκονται στον δρόμο του. Περιγραφή πλήρη του ήρωα δεν έχουμε, συγκροτούμε τμηματικά την εικόνα του από διάσπαρτες πληροφορίες.

Μια μέρα, με καταρρακτώδη βροχή, ένα συνηθισμένο ατύχημα στον δρόμο φέρνει κοντά του τη Μαίρη και η ζωή του αλλάζει. Στην αρχή γίνεται προσδοκία για μια εκ νέου συνάντηση, μετά τυπική επίσκεψη και ύστερα φιλική συνύπαρξη, όπου υποβόσκει ο έρωτας.

Δυο άνθρωποι, εντελώς διαφορετικοί, ανταλλάσσουν και διασταυρώνουν τις μοναξιές τους. Ο ένας ερωτευμένος, η άλλη απελπισμένη. Ο Βασίλης μεγαλωμένος στη φτώχεια και την ανασφάλεια, η Μαίρη με ισόβια άνεση.

Εκείνος θέλει να μιλήσει αλλά αφήνεται πάντα να ακούει, ενώ αναλώνεται στο να βοηθάει τους άλλους και να προσφέρει∙ εκείνη αντιθέτως «είχε συνηθίσει σε όλη της τη ζωή να μιλάει και να ξαλαφρώνει», χωρίς να είναι διατεθειμένη να συντρέξει κανέναν.

Κάποια στιγμή η συμβολαιογράφος ζητά από τον Βασίλη να τη βοηθήσει να απαλλαγεί από το βάρος της άχαρης ζωής της. Εκείνος, στην αρχή, δείχνει να συμφωνεί υπό όρους, καταφέρνει όμως στη συνέχεια να της δώσει κίνητρο ύπαρξης και την κάνει να αναθεωρήσει.

Το βιβλίο του Οικονόμου φαίνεται σε πρώτο επίπεδο να δουλεύει με φραστικά κλισέ και τυποποιημένες φράσεις. Σε ένα δεύτερο επίπεδο διαπιστώνουμε ότι υπονομεύει μέσα από τη χρήση του το κοινότοπο∙ ανιαρές επαναλήψεις της μέρας και ήχοι ενοχλητικοί επιβεβαιώνουν την άφευκτη πραγματικότητα.

Αυτή η εμμονή στο ασήμαντο και το καθημερινό είναι που νοηματοδοτεί και διακρίνει τις ατομικότητες, είτε τη συναντάμε ως μνημονικές αναδρομές στα χρόνια που σημάδεψαν την ωρίμανση του Βασίλη και της Μαίρης, είτε ως σχέδια του ανήσυχου έφηβου Καμάλ για ένα λαμπρό μέλλον.

Οι διάλογοι των προσώπων ενσωματώνονται στην αφήγηση σαν να είναι συνεχής λόγος, από τον οποίο όμως, στο σύνολό του, ξεχωρίζει απολύτως ποιο πρόσωπο μιλάει κάθε φορά. Αλλοτε πάλι οι συνομιλητές ταυτίζονται, είναι σαν ο ένας να συνεχίζει τη σκέψη και τον λόγο του άλλου ή γίνεται στιχομυθία μεταξύ τους.

Λόγος μακροπερίοδος που ολισθαίνει κάποτε στον βερμπαλισμό, διανθισμένος με χιούμορ και ειρωνεία. Ρητές διακειμενικές αναφορές. Η ελπίδα και η ανθρωπιά κινούν τελικά τη γραφή του Οικονόμου, με μια παρήγορη διάθεση καλοσύνης.