Κώστας Καρακώτιας
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τη μακρινή δεκαετία του 1970 μορφοποιήθηκε και εκδηλώθηκε στο εσωτερικό του παραδοσιακού ευρωπαϊκού κομμουνιστικού κινήματος ένα πολιτικό και ιδεολογικό φαινόμενο που επέφερε πολλαπλά αποτελέσματα.

Τα κομμουνιστικά κόμματα μιας σειράς χωρών αποδεσμεύτηκαν από την ασφυκτική επιρροή του κομμουνιστικού κόμματος της τότε κραταιάς Σοβιετικής Ενωσης και προσπάθησαν να συγκροτήσουν έναν δικό τους εθνικό και δημοκρατικό δρόμο για τον σοσιαλισμό.

Η ανατροπή της εξαρτησιακής αυτής σχέσης οδήγησε στην έντονη κριτική και στην αμφισβήτηση του μοντέλου του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού, έθεσε το κρίσιμο ζήτημα της έλλειψης των ατομικών ελευθεριών και καθιέρωσε ως έμβλημα του δυτικού κομμουνισμού τη ρήση του Πουλαντζά ότι ο σοσιαλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα υπάρξει καθόλου.

Ο ευρωκομμουνισμός, όπως τελικά ονομάστηκε το φαινόμενο αυτό, επιχείρησε να επιβάλει τους στόχους και τις μεταρρυθμίσεις του, τόσο σε εθνικό όσο και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ιστορία του τελευταίου τετάρτου του σύντομου εικοστού αιώνα.

Προσέκρουσε, όμως, στα όρια που έθετε η εποχή του αλλά και η δική του θεώρηση του κόσμου.

Σήμερα είναι πλέον κομμάτι της ιστορίας του κομμουνιστικού παρελθόντος. Δεν παύει όμως να είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα στιγμή στην περιπετειώδη διαδρομή του ιστορικού πλέον απελευθερωτικού κομμουνιστικού προτάγματος.

Ο πολιτικός επιστήμονας Γιάννης Μπαλαμπανίδης στο βιβλίο του «Ευρωκομμουνισμός. Από την κομμουνιστική στη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή Αριστερά» επιχειρεί μια πολύπλευρη και σφαιρική περιγραφή και ερμηνεία του φαινομένου.

Για να το προσεγγίσει και να το σκιαγραφήσει μελετά διεξοδικά, παράλληλα και συγκριτικά τέσσερα κόμματα που υπήρξαν διαμορφωτές και εκφραστές του.

Τα κομμουνιστικά αυτά κόμματα ήταν της Ιταλίας, της Γαλλίας, της Ισπανίας και το εγχώριο ΚΚΕ εσωτερικού.

Περιγράφει έτσι τις ιδιαιτερότητες κάθε κόμματος, τον τρόπο και τον βαθμό της ανάπτυξής του, τη βαρύτητά του στην εθνική και την ευρωπαϊκή σκηνή, αλλά και στο εσωτερικό του κομμουνιστικού κινήματος.

Εντοπίζει τις μεταξύ τους επιρροές, τις συγκλίσεις και τις αποκλίσεις τους, τις κοινές τους δράσεις και τις όποιες αλλαγές στο πέρασμα των χρόνων.

Ο συγγραφέας αναπτύσσει τη μελέτη του σε τέσσερα μέρη, διακριτά αλλά και με επαναδιαπραγματεύσεις κάποιων ζητημάτων.

Στο πρώτο μέρος εξετάζεται με πολιτικούς κυρίως όρους η εμφάνιση και η ανάπτυξη του ευρωκομμουνισμού στη συγκεκριμένη ευρωπαϊκή διαχρονία. Εντοπίζονται οι κρίσιμες στιγμές που απελευθέρωσαν τη δυναμική των κομμάτων αυτών, όπως η αντιφασιστική Αντίσταση, η αποσταλινοποίηση, οι εξεγέρσεις του 1968 και η καταστολή της Ανοιξης της Πράγας, αναδεικνύονται οι στρατηγικές τους, όπως, κυρίως, αυτή του ιστορικού συμβιβασμού και περιγράφεται η κορύφωση του φαινομένου τη δεκαετία του 1970.

Στο δεύτερο μέρος αναλύονται οι θεωρητικοί και πολιτικοί μετασχηματισμοί που πραγματώθηκαν τόσο στο εσωτερικό της διαδικασίας της συγκρότησης του ευρωκομμουνιστικού ρεύματος όσο και κατά την άσκηση της πολιτικής του.

Η έννοια του κράτους άλλαξε ριζικά και μαζί και η πολιτική απέναντι του. Είναι πλέον πεδίο αγώνα για τις λαϊκές τάξεις. Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός είναι αντικείμενο συγκρούσεων και αναζητείται συνεχώς μια ισορροπία ανάμεσα στη δημοκρατία και την αποτελεσματικότητα, ενώ η δικτατορία του προλεταριάτου εγκαταλείπεται όπως και η επανάσταση.

Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και η ανάδειξη των κομμουνιστικών κομμάτων σε ηγέτιδες εθνικές δυνάμεις πλέον συμπληρώνουν την ευρωκομμουνιστική στρατηγική. Επιπλέον ο ευρωκομμουνισμός, σε όλη τη διαδρομή του, διασταυρώνεται, πότε αντιθετικά και πότε παραπληρωματικά, ανάλογα με την κάθε χώρα, με τη σοσιαλδημοκρατία.

Στο τρίτο κεφάλαιο ο συγγραφέας εξετάζει τη στάση των κομμάτων απέναντι στην υπερεθνική καπιταλιστική επέκταση και κυρίως στην ευρωπαϊκή ενοποίηση.

Διακρίνει μια εθνική αμυντική στάση των Γάλλων κομμουνιστών και, αντίθετα, μια σχεδόν διεθνιστική παρεμβατική οπτική των Ιταλών για την ελαχιστοποίηση των ανισοτήτων και των ανισορροπιών. Ιδια περίπου ήταν και η στάση τους απέναντι στην ευρωπαϊκή ενοποίηση.

Οι μεν Γάλλοι ήταν και πάλι σχεδόν εθνοκεντρικοί ενώ οι Ιταλοί έφτασαν να πρεσβεύουν έναν αριστερό ευρωπαϊκό φεντεραλισμό.

Οι Ισπανοί και οι εγχώριοι ευρωκομμουνιστές του ΚΚΕ εσωτερικού υποστήριζαν ένθερμα την ιδέα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης διότι επιπλέον έβλεπαν σ’ αυτήν έναν ορίζοντα δημοκρατικής , οικονομικής και κοινωνικής μετάβασης και ανάπτυξης.

Τη δεκαετία του 1980 όμως το ευρωκομμουνιστικό εγχείρημα έφτασε στα όρια του. Ο Μπαλαμπανίδης διερευνά τα όρια αυτά και τις συνθήκες που τα επέβαλλαν και την στάση των ευρωκομμουνιστών απέναντί τους.

Η συρρίκνωση της εργατικής τάξης, η επέκταση του τριτογενούς τομέα και η ανάδυση νέων πολιτισμικών αιτημάτων οδήγησαν τα συγκεκριμένα κόμματα στην απέκδυση της κομμουνιστικής τους ταυτότητας και στην μετάλλαξη τους.

Το γαλλικό κόμμα που προσπάθησε να κρατήσει μια πιο παραδοσιακή κομμουνιστική οπτική περιθωριοποιήθηκε.

Στο τέταρτο μέρος του βιβλίου ο συγγραφέας φτάνει στο συμπέρασμα ότι ο ευρωκομμουνισμός ήταν μια απόπειρα σύνδεσης του σοσιαλιστικού ορίζοντα με την φιλελεύθερη δημοκρατία με στόχο μια πλουραλιστική κοινωνία και μια κοινωνία με την συνύπαρξη δημόσιου και ιδιωτικού. Βλέπει ακόμα στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ριζοσπαστική Αριστερά που θεωρεί ότι αναδύεται, με ένα από τα παραδείγματα τον εγχώριο ΣΥΡΙΖΑ, περισσότερα κληροδοτημένα χαρακτηριστικά από το ευρωκομμουνιστικό παράδειγμα παρά από τον αριστερισμό των περασμένων χρόνων.

Η μελέτη του Μπαλαμπανίδη είναι ολοκληρωμένη και υποστηρίζεται εντυπωσιακά από μια πρωτογενή βιβλιογραφία.

Θα μπορούσε να διατυπωθεί ενδεχομένως η παρατήρηση, χωρίς να μειώνει το όλο εγχείρημα, ότι χρειαζόταν περισσότερη διερεύνηση η αντίφαση της συγκρότησης του ευρωκομμουνισμού σε μια περίοδο νεανικών και εργατικών εξεγέρσεων σε όλη την Ευρώπη και η αρνητική έως εχθρική στάση του απέναντί τους.

Ιδιαίτερη πάντως μνεία αξίζει στην αναστοχαστική προσέγγιση του ΚΚΕ εσωτερικού και της ιδιαίτερης κουλτούρας του.