Του Δημήτρη Μακρή*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ριζοσπαστικές αναγνώσεις

Εξεγερτικοί στίχοι

Με την ποίηση εισήλθε η ανθρωπότητα στον λόγο, μ’ αυτήν η γραφή απέκτησε τη μοναδικότητά της στον ανθρώπινο πολιτικό και πολιτιστικό της βίο. Γι’ αυτήν μίλησαν με θέρμη και την υπερασπίστηκαν οι μεγάλοι φιλόσοφοι και ας καταφέρθηκαν αργότερα εναντίον της όταν είδαν ότι τους είχε κλέψει τα πρωτεία…

Είναι, αρχήθεν, ένθεη αλλά είναι και κοινωνική. Αμφισβητεί και επαναστατεί εναντίον κάθε συγκροτημένης, δικαιικής ή πολιτικής εξουσίας. Ο Ομηρος και η Σαπφώ εξακολουθούν να φωτίζουν τον δρόμο του ανθρώπου προς το άγνωστο αλλλά και την αυτοθέσμισή τους.

Οι ποιητές μπορεί σήμερα να αποκαλούνται από πολλούς αστόχαστους ελαφροΐσκιωτοι ή και… κουραμπιέδες, δεν παύουν εντούτοις να παραμένουν φάροι ειδικά σε εποχές που οι κοινωνίες χάνουν τον προσανατολισμό τους ή γίνονται υποχείρια ολοκληρωτικών καθεστώτων ή ακόμη καταγίνονται σε ακραίους ηδονισμούς ή οδηγούνται σε άκρατο εκφυλισμό.

Ποιητικούς στίχους ανακαλούν στη μνήμη τους οι χαμένοι και οι απελπισμένοι, οι εξεγερμένοι όλων των εποχών. Στίχους που κουβαλάνε όλη σχεδόν τη σοφία των προηγούμενων, συμπυκνωμένη στον ωκεανό των νοημάτων τους. Σαφώς πυκνότερη από τον πεζό λόγο ακόμη και από τους πιο ευφυείς και οξυδερκείς αφορισμούς μεγάλων φιλοσόφων, συνοδεύει την αμηχανία και το σάστισμα και τα συντρίβει όταν αυτά θολώνουν τον νου και τα αισθήματα. Τι άλλο να περιμέναμε απ’ αυτήν;

Στον Σολωμό και τον Καβάφη ανατρέχουμε όταν θέλουμε βοήθεια και όχι στον Ελευθέριο Βενιζέλο ή τον Τρικούπη ή… Αυτούς έχουμε ταυτίσει με τον νέο Ελληνισμό. Για τους παλιούς δεν γίνεται λόγος˙ κάθε μέρα έπρεπε να τους έχουμε στο προσκεφάλι μας.

Η ποίηση δεν είναι μόνο τέχνη. Η ποίηση είναι σύμβολο, εθνικό και διεθνικό ταυτόχρονα, πάντως προσδίδει ταυτότητα και φυτεύει θάρρος και αυτοπεποίθηση – και στους αλλοπαρμένους και στους απαισιόδοξους˙ σε όλους όσοι δεν έχουν παραιτηθεί από τη ζωή. Και: δεν υπάρχει μείζων και ελάσσων ποίηση…

Επιμέλεια: Γιώργος Σταματόπουλος

Ο καθένας μας, κι ας μην το γνωρίζει, αγωνίζεται, μια ζωή, να γίνει αυτό που είναι. Εν αρχή είναι ο λόγος, αλλά και το τέλος είναι η πρώτη αρχή, στον σπειροειδή κύκλο του χρόνου.

Η γλωσσική ουσία του ανθρώπου είναι ότι ονοματίζει τα πράγματα και η πνευματική ουσία, γράφει ο Μπένγιαμιν, είναι ταυτόσημη με τη γλωσσική μόνον στον βαθμό που είναι μεταδόσιμη.

Το παιχνίδι είναι ο ευχάριστος κίνδυνος, γίνεται τέχνη, ανάγκη ανθρώπινη, πάθος ζωής και οι πεσσοί μετακινούμενοι ατάκτως ερριμμένοι βρίσκουν τη θέση τους στο συμπαντικό σκάκι, γίνονται αστέρια παιδός η βασιλίει αναφωνεί ο Ηράκλειτος στους αιώνες.

Η χαρά και ο πόνος πάνε μαζί με τον όνο που ανεβαίνει την ανηφόρα. Κατρακυλάει ο Σίσυφος με τον βράχο του στον ώμο και ξανά ανηφορίζει στη δόξα της ματαιότητας καθότι είναι προτιμότερος αυτός ο αγώνας από το να ζούμε μάταια. Αποκτάει νόημα και περιεχόμενο η ζωή. Αξιοπρέπεια και ήθος. Αφήνει τη ματαιότητα των ματαιοτήτων στους θεοφοβούμενους του άλλου κόσμου.

Το παιχνίδι πάντα κερδίζει. Δεν υπάρχει νικητής και ηττημένος. Ο έρωτας είναι η υπέρτατη δύναμη, είναι το ύψιστο βίωμα, για μια στιγμή, έστω, της ολοκλήρωσης, αφοπλίζει τον θάνατο και τον θανατώνει.

Ο έρωτας και το παιχνίδι χωνεύουν με ηδονή τη δύναμη των αντιθέτων, που προκαλούν την κίνηση προς τα εμπρός, υπερβαίνοντας όλα τα εμπόδια, όπως το σιγανό ποτάμι. Ετσι συντελείται και η μυστική υπέρβαση του φόβου. Είναι η ελευθερία που ποδοπατάει όλες τις δεσμεύσεις και στήνει στον τοίχο του αποσπάσματος τους εκτελεστές θύτες που τρομάζουν μπροστά στην αψηφισιά των θυμάτων.

Η Νάντια Γαβαλά παίζει με τις λέξεις και απελευθερώνει τα νοήματα που τις περικλείουν. Ποιεί ποιήματα, με εικόνες θαυμαστές εκφράζει το ανείπωτο και με βιωματικό λόγο αποκαλύπτει την αλήθεια την ψευδόμενη. Η ποίησή της είναι οδηγός μάχης κι ευτυχίας.

Αλλο είναι οι υπαρξιακές αναζητήσεις πάνω στο σώμα και το είναι του ανθρώπινου όντος που φλερτάρει με το ακατανόητο και γίνεται γοητευτικό και αισθαντικό και άλλο είναι η αιμάτινη προσθαφαίρεση και το σβήσιμο, σε ό,τι εμποδίζει τη ζωή να είναι ελεύθερη.

Η Νάντια Γαβαλά έχει οικειότητα με την περιοχή τού είναι της και συνεχώς φανερώνει και υπονοεί με τους στίχους της, για να δοθεί η δυνατότητα στον αναγνώστη-άγνωστό της να συναντηθεί με τις άλλες οντότητες, με τους ομοίους της σκέψης και της γνώσης όχι για να γίνουν το ίδιο πράγμα, αλλά για να κάνουν πράγματα μαζί.

Εδώ η λέξη Dasein του Χάιντεγκερ. Εδώ και η λέξη Ντουέντε του Λόρκα. Συναντιούνται στο σταυροδρόμι. Η σκέψη της ύπαρξης, ως αλήθεια του Είναι της είναι ο υπαρκτικός τρόπος του ανθρώπου. Το ανέκφραστο και το ανείπωτο είναι ο αέρας της συνάντησης που σηκώνει το φουστάνι σε ένα στροβιλισμό όπου τα δύο γίνονται ένα, στην εποχή του σημερινού Δευκαλίωνα, φλεγόμενα σε ένα σώμα μια ψυχή σε περιστροφικό χορό, στα φύλλα μιας ρεμπέτικης τριανταφυλλιάς.

Η «εύγλωττη σιωπή» ανασαίνει από τις παύσεις και τα κενά που αφήνουν οι λέξεις της, για να τα γεμίσουν οι αισθαντικοί άνθρωποι που «πάσχουν από ύπαρξη». Η σιωπή είναι που αποφασίζει τι είναι καθαρό για να μείνει και τι είναι βρόμικο για να χαθεί.

Ο εαυτός της βρίσκεται παντού. Οι αδυναμίες της βρίσκουν τον τρόπο και τον δρόμο να γίνονται τέχνη. Γι’ αυτό αποκαλύπτεται και κρύβεται μέσα στη θαυμαστή στιχοπλοκία της. Ζει την ανθρώπινη, την κοινωνική και την προσωπική ζωή της, με το χαμόγελο και τις εκπληκτικές «τσαλαμουργιές» της. Τις χρησιμοποιεί για να αυτοσαρκάσει τις σκέψεις της και να σαρκάσει τις δεδομένες λογικές απαντήσεις.

Οι απαντήσεις κατασπαράζουν τις εκδοχές

Λαχανιασμένες συλλαβές γλιστρούν

από το στόμα του κύκλου,

ξεφεύγουν από τη νομοτέλεια της συναρμολόγησης

Μια μπουκιά γράμματα

επαναπατρισμένα στο άλεκτο

κολυμπούν στην παύση της νύχτας

Εκεί που υπάρχει

το αίμα

η ζωή

η μνήμη

Μακριά, στο απρόσιτο

που φαντάστηκε

το καθαρό.

χωρίς “συνεπώς”.

έξω από την πόρτα του ματιού

αδειάζουν τον άνεμο στο βάραθρο των προοπτικών

«Ανεπίτευκτο» επιγράφει η ποιήτρια αυτό το ποίημά της και μιλάει ανεπιτήδευτα. Δεν πολιτικαντίζει και φέρνει σε δύσκολη θέση όλους αυτούς που με τις περίπλοκες σκέψεις τους οδηγούνται στη φθορά και καθίστανται ανάπηροι και ανήμποροι να οπλίσουν τη μνήμη της ύπαρξής τους εναντίον του χρόνου και της κάθε μορφής εξουσίας.