Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τα λογοτεχνικά είδη δεν είναι εμπειρικές πραγματικότητες αλλά συμβατικές και ιστορικά μεταβαλλόμενες εννοιολογικές κατηγοριοποιήσεις, κριτικές κατασκευές που εξυπηρετούν γνωστικούς και ερμηνευτικούς στόχους.

Με θεωρητικό υπόβαθρο τις σύγχρονες εξελίξεις της ειδολογίας και αφετηρία τον δραματικό μονόλογο, το βιβλίο της Κατερίνας Καρατάσου (Βραβείο Δοκιμίου «Αναγνώστη» 2014) αναδεικνύει τις δυνατότητες που προκύπτουν κατά την απόσπαση ειδολογικών κατηγοριών από τα αρχικά λογοτεχνικά τους συμφραζόμενα και τον εγκλιματισμό τους σε νέα.

Είναι δυνατόν ένα λογοτεχνικό είδος ν’ αξιοποιηθεί σε μιαν άλλη ποιητική παράδοση από εκείνην που το γέννησε, και, εν προκειμένω, ποιοι ανανεωτικοί ερμηνευτικοί ορίζοντες ανοίγονται αν το πλαίσιο αναφοράς στη μελέτη του δραματικού μονολόγου μετατοπιστεί από το βικτοριανό πεδίο καταγωγής του στη νεοελληνική ποίηση;

Το έργο μειζόνων ποιητών των νεοελληνικών 19ου και 20ού αιώνων μπορεί να έχει συσχετιστεί νωρίς (από το 1974 και τον Γ. Π. Σαββίδη) με τον δραματικό μονόλογο, αλλά απουσίαζε μια συστηματική μελέτη του είδους.

Το κενό καλύπτει η μελέτη της Καρατάσου, όχι απλώς με την εισαγωγή και την εφαρμογή εις τα καθ’ ημάς ενός ξένου θεωρητικού μοντέλου, αλλά και προτείνοντας ένα νέο, ολοκληρωμένο ειδολογικό μοντέλο μελέτης, το οποίο, αφού δομηθεί αρχικά βήμα βήμα και σε γόνιμη κριτική αντιπαράθεση με τη διεθνή θεωρία, ελέγχεται κατόπιν ενδελεχώς στο πεδίο της ερμηνείας, σ’ ένα μεγάλο παραδειγματικό corpus: από τον ρομαντισμό στη μεταπολεμική ποίηση, από τον Αλέξανδρο Σούτσο και τον Πανά μέχρι τον Βάρναλη και την Καρέλλη.

Στις αρχετυπικές θεωρήσεις για την ταυτότητα, τη διαμόρφωση και την ιστορία του δραματικού μονολόγου από το β’ ήμισυ του 19ου ώς τον 20ό αιώνα δεσπόζει η κεντρική διαίσθηση περί της διαλογικής υφής αυτού του μονολογικού στη σύνθεση είδους.

«Λανθάνων διάλογος», λοιπόν, ο δραματικός μονόλογος και το είδος ενσωματώνεται στο ευρύτερο ειδολογικό σχήμα της μονοδραματικής ποιητικής κατηγορίας και συνεξετάζεται σε διαλεκτική σχέση με μια σειρά άλλες, συναφείς ειδολογικές εκδοχές, όπως είναι ο ρητορικός, ο εκφραστικός, ο μικτός και ο κωμικός μονόλογος.

Οι εκ του σύνεγγυς κριτικές αναγνώσεις της Καρατάσου αξιοποιούν τον δραματικό μονόλογο σαν κλειδί ανάγνωσης κρίσιμων ποιητικών κειμένων, αλλά και έργων συνθετικής πνοής Νεοελλήνων ποιητών, όπως ο Σολωμός («Γυναίκα της Ζάκυθος»), ο Παλαμάς («Φοινικιά»), ο Καβάφης («Μύρης» και αρκετά άλλα), ο Βάρναλης («Σκλάβοι πολιορκημένοι») και ο Ρίτσος («Κάτω απ’ τον ίσκιο του βουνού»), καθώς και ορισμένων αφηγηματικών προτύπων, όπως η περίσταση «της απαρνημένης» και «της κρίσης», με ενδελεχή ανάλυση της «Φαίδρας» (Γ. Ρίτσος) και του «Βασιλέα Κλαύδιου» (Κ. Π. Καβάφης) αντίστοιχα.

Η οξυδερκής ματιά της μελετήτριας διατρέχει δύο αιώνες ελληνικής ποίησης αναζητώντας τα χαρακτηριστικά, την εξέλιξη και τη σημασία ενός είδους, εγχείρημα που αποκτά σπουδαιότητα και μόνο από τη σπανιότητα στο πλαίσιο των ελληνικών συγκριτολογικών σπουδών, ανάλογων εργασιών.

≈≈≈≈≈

Και από τη «δραματικότητα» στη «θεατρικότητα», σε μια εξελικτική αφήγηση της σχέσης του Καβάφη με το θέατρο που αποκαλύπτει αθέατες ή ανεπαρκώς αξιοποιημένες σκοπιές της σύνθετης ποιητικής του Αλεξανδρινού.

Η Μαρία Αθανασοπούλου παρέχει μια πλούσια τεκμηρίωση για το πώς ο Κ. Π. Καβάφης σταδιακά μετατοπίζεται από μια θεματογραφική περί θεάτρου αντίληψη (και από την έμφαση στο θέατρο ως κείμενο) σε μια παραστασιοκεντρική αντίληψη που δίνει έμφαση στη δραματική «όψη», στον θεατή, στον σκηνικό χώρο, στον ηθοποιό και στην ενεργοποίηση του δραματικού κειμένου στο σύνθετο σημειωτικό και επικοινωνιακό γεγονός της παράστασης.

Ωστόσο, η πορεία του Αλεξανδρινού ποιητή από την (κειμενοκεντρική) θεματογραφία του θεάτρου στην ώριμη παραστασιοκεντρική ποιητική του δεν είναι γραμμική. Οι κρίσιμες εικόνες θεατρικής καταγωγής ή έμπνευσης που βρίσκονται στις απαρχές της ποιητικής του διαμόρφωσης δεν εγκαταλείπονται. Αντίθετα, ο εμπλουτισμός, η μεθερμηνεία και η μεταστοιχείωση μεταφορών όπως το κοσμο-θέατρο και ο κοινωνικός άνθρωπος-ηθοποιός (εικόνες ποιητολογικής κλίμακας στο καβαφικό έργο) συστήνουν υλικές/ποιητικές πραγματώσεις της.

Το πολύπλευρο υλικό του βασικού για τον «θεατρικό Καβάφη» βιβλίου, το οποίο έρχεται να προστεθεί στις πρόσφατες συμβολές στη σχετική προβληματική των Diana Haas και Ε. Κωσταρά, δομείται σε ευσύνοπτες, εξαιρετικά τεκμηριωμένες βιβλιογραφικά ενότητες.

Η Αθανασοπούλου παρουσιάζει κριτικά την υπάρχουσα βιβλιογραφία, επανεξετάζει τη σχέση του ποιητή με την αρχαία τραγωδία και το ελισαβετιανό δράμα, μελετά την εξακολουθητική σεξπιρική παρουσία σε απροσδόκητα κείμενα (όπως αίφνης ξετυλίγεται στην περίπτωση των «Νέων της Σιδώνος (400 μ.Χ.)» με μια απολαυστική όσο και πειστική ανάλυση) και, βέβαια, εντοπίζει τις παραμέτρους της παραστασιοκεντρικής μετατόπισης τόσο σε αρχαιόθεμα ποιήματα του Κ. Π. Καβάφη όσο και σε ποιήματα σύγχρονης θεματικής.

Δύο βιβλία που ξεχωρίζουν για το ερευνητικό πάθος τους (φανερό στην εξαντλητική φιλολογική έρευνα και τον ερευνητικό μόχθο που προϋποθέτουν), την κριτική τους τόλμη (διατύπωση μιας νέας ειδολογικής πρότασης στο πρώτο, εύστοχος συνδυασμός λογοτεχνικής και θεατρικής θεωρίας στο δεύτερο), τη συγκριτολογική τους προοπτική, τις εύστοχες αναγνώσεις ποιητικών κειμένων και τη φιλολογική γείωση που προσφέρει η αδιάλειπτη αναφορά στην πραγματολογία τους.

Το αποτέλεσμα είναι δύο σχολαστικές -πλην απολαυστικές στην ανάγνωσή τους- φιλολογικές μελέτες που καταφέρνουν να κατανοήσουν τις πολλαπλές εκφάνσεις των φαινομένων που μελετούν.