Στη νουβέλα της Το καλοκαίρι του σκύλου η Μάρω Κακαβέλα ολοκληρώνει ένα πολυφωνικό ψυχογράφημα, που επικεντρώνεται στα ζητήματα του πένθους, της ενοχής και της αυτοδικίας. Το έργο ξεκινά με έναν φόνο στην Αθήνα της κρίσης και καταλήγει σε μια πολύπτυχη ανατομία της απώλειας. Στο επίκεντρο βρίσκονται δύο άνδρες: ο Ηλίας, πατέρας του νεκρού Γιάννου, και ο αστυνόμος Νικήτας.
Ο Νικήτας έχει αναλάβει να ερευνήσει τη δολοφονία του ταξιτζή ο οποίος, οδηγώντας μεθυσμένος, είχε άθελά του σκοτώσει τον γιο του Ηλία. Ο τελευταίος, καθώς βρίσκεται αντιμέτωπος με την πράξη του, φαίνεται να έχει ήδη εγκαταλείψει κάθε επιθυμία για ζωή. «Αμα κινείσαι, ζεσταίνεσαι», λέει· μια φράση που υπερβαίνει τη φυσική της σημασία, υποδηλώνοντας αντιστικτικά το πάγωμα της ψυχής του. Στις συναντήσεις του Ηλία και του Νικήτα παρεμβάλλεται ένα κουτάβι, που λειτουργεί ως αθώος μάρτυρας αλλά και συνδετικός κρίκος ανάμεσα στη φροντίδα και την εγκατάλειψη, στην εκδίκηση και τη συγχώρηση.
Ο Ηλίας, χάνοντας το παιδί του, χάνει και τη δική του υπόσταση. Ο ίδιος ο τίτλος του βιβλίου Το καλοκαίρι του σκύλου παραπέμπει σε τέλμα, εκεί όπου όλα σβήνουν άδοξα, μέσα στην αδράνεια και την αποσιώπηση. Η απώλεια του Γιάννου είναι το αρχικό τραύμα, αλλά η πραγματική πληγή βρίσκεται στην ενοχή του, που δεν μπόρεσε να αποδεχθεί τον γιο του όπως ήταν, έναν νεαρό ομοφυλόφιλο που αναζητούσε απλώς αγάπη και αποδοχή. Η διάλυση του γάμου του με τη μάνα του παιδιού και η πλήρης απομόνωση είναι η τιμωρία του. Μόνη του συντροφιά είναι αυτό το κουτάβι∙ μια νέα μορφή ζωής που όμως κουβαλά μέσα της τη σκιά ενός εγκλήματος.
Η Κακαβέλα, μετά το αξιοσύστατο μυθιστόρημά της Τίνος είσαι εσύ; (2023), εναλλάσσοντας πρώτα και τρίτα πρόσωπα, φωνές ζώντων και τεθνεώτων, ρεαλιστικές σκηνές και θραύσματα μνήμης, δημιουργεί μια συνθήκη όπου ο χρόνος κυλά ασύμμετρα, σαν αέναη επανάληψη της οδύνης. Η ανάκριση στη ΓΑΔΑ μια καυτή αυγουστιάτικη μέρα, αποτυπώνει εν μέρει αυτή τη συνθήκη. Η σχέση πατέρα – γιου, κεντρική στον άξονα της αφήγησης, αναδεικνύει τη σύγκρουση ανάμεσα στο παλιό και στο νέο, στο κοινωνικά επιτρεπτό και στο προσωπικά αληθινό. Το απλό ερώτημα «Πού πάνε τα νεκρά παιδιά;» παίρνει ευρύτερες διαστάσεις: Πού πάνε οι ενοχές, πού πάνε εκείνοι που χάνονται άδικα, πού πάνε οι άνθρωποι όταν δεν μπορούν πια να διαχειριστούν τη ζωή τους;
Απέναντι στον Ηλία, ο Νικήτας ζει με τη δική του απώλεια: την έλλειψη της προσωπικής ζωής, της οικειότητας, της ταυτότητας μέσα σε έναν κόσμο που δεν συγχωρεί τη διαφορετικότητα και την ευθραυστότητα. Η ομοφυλοφιλία του, κρυμμένη πίσω από την αστυνομική στολή, συνδέει υπόγεια τις δύο ανδρικές φιγούρες: ο ένας δεν αποδέχθηκε τον γιο του, ο άλλος δεν τολμά να αποδεχθεί τον εαυτό του. Οι δυο χαρακτήρες γίνονται τα σύμβολα μιας κοινωνίας που απαγορεύει στους άντρες την αδυναμία και το συναίσθημα.
Η ανάκριση μετατρέπεται σε αντιπαράθεση δύο υπαρξιακών και κοινωνικών ρηγματώσεων∙ μια τελετουργία εξομολόγησης για εκείνα που κανείς δεν ομολογεί, αλλά όλοι γνωρίζουν. Μέσα από αυτή τη διπλή απόκρυψη-αποκάλυψη αναδύεται η μοναξιά ως κοινός παρονομαστής της ανθρώπινης εμπειρίας. Η φράση του Ηλία προς τον Νικήτα: «Μόνο το παρόν υφίσταται», αποτελεί μια μορφή γενικευμένης απαξίωσης και κατάπτωσης.
Στο βιβλίο της η Κακαβέλα θίγει θέματα κοινωνικά ευαίσθητα με τρόπο ώριμο και χωρίς να καταφεύγει στον διδακτισμό, χάρη σε μια γλώσσα υπαινικτική, χαμηλόφωνη αλλά έντονα φορτισμένη. Οι στακάτες φράσεις, οι ευθύβολοι διάλογοι και οι μικρές επαναλήψεις φτάνουν στον αναγνώστη σαν λειψές ανάσες. Ο ασθματικός ρυθμός αποτυπώνει τη ζωή μετά την απώλεια, μια ζωή πνιγηρή, χωρίς εξέλιξη, χωρίς λύτρωση. Ο Γιάννος και ο Νικόλας, τα δύο νεκρά παιδιά που συνεχίζουν να υπάρχουν και να μιλούν μέσα στο βιβλίο, υποδηλώνουν τις χαμένες δυνατότητες, τη ζωή που δεν πρόλαβαν να χαρούν. Οι γονείς, εγκλωβισμένοι στην ακαμψία τους, γίνονται «οι ζωντανοί νεκροί».
