ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αντώνης Καζάκος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τα υποκείμενα των ποιητικών ιστοριών της συλλογής της Ακριβής Κακλαμάνη, σχεδόν όλα, είναι έγκλειστα σε ένα καθεστώς σχεδόν ημιθανές, ένα καθεστώς ταριχευμένης επιβίωσης. Φαινομενικά, δεν βιώνουν πάντα τελείως δυσάρεστα αυτή την ταρίχευση. Πάντως διάγουν μια ζωή αόρατη και συμβατική, κάτω από την οποία όμως διατυπώνονται δήγματα πάθους. Τα σκιρτήματα αυτά οδηγούν σε δειλές συνήθως απόπειρες ικανοποίησης. Ομως αυτό που μένει τελικά είναι ένα αξιοπρεπές, σιωπηλό, στωικό ιδανικό, για να συνοδεύει διά βίου τα γυναικεία συνήθως αυτά προσωπεία στη συμβίωση με τη χωνεμένη πλέον επιθυμία τους. Πλέον διάγουν μια ζωή παραδόξως διπλή: ακόμα πιο πικρή, λόγω της βιωμένης ματαίωσης, κάπως πιο δικαιωμένη και στωικά αξιοπρεπής, λόγω μιας φευγαλέας έστω αστραπής, που σάλεψε μέσα στα σπλάχνα τους. Παράλληλα, ζωή όχι τελείως νεκρή, λόγω και της αποκτημένης συνείδησης αυτής της τετελεσμένης φευγαλέας απόπειρας.

«Εργο τελειωμένο η ματαίωση. / Κρίμα, όμως, / δεν μπορούσε να το δείξει στις δούλες. / Ηταν άσεμνο, / κι ο Τηλέμαχος αγόρι».

Αλλες φορές η επιθυμία εκδηλώνεται σαν μια λαχτάρα να ταξιδέψει. Αντί όμως για το ταξίδι, πηγαίνει για ρεμβασμό κάτω στο λιμάνι. Αντί για το μακρινό Βαλπαραΐσο, στην άλλη άκρη της Γης, περίπατος εδώ στον Πειραιά, εκεί κάτω «στους δρόμους γύρω από το λιμάνι» του. Η δειλή απόπειρα δεν απομειώνει την αυθεντικότητα της επιθυμίας. Ούτε την πικρή συνείδηση της ματαίωσής της ούτε το κέρδος μιας συνειδητοποίησης, στυφής κι όμως επίσης υγρής:

«Ο κόσμος παίρνει φόρα και ταξιδεύει. / Ο δικός μου κινείται γύρω από το τετράγωνο».

Το σίγουρο είναι πως η λαχτάρα για το Αλλού οδηγείται ήσυχα και μελαγχολικά στη στωική παραδοχή του Εδώ.

Πάλι περίπου σαν το σχεδίασμα κάποιας επιστολής, «που γράφτηκε αλλά δεν στάλθηκε ποτέ».

Ή, διατυπωμένο κι αλλιώς:

«Κι αφού / εκείνη έπαψε να φοβάται τόσο πολύ / κι εκείνος να επιτίθεται τόσο άγρια / κάθισαν μαζί στον καναπέ / απολαμβάνοντας τη φαρμακωμένη ζωή τους».

Κάποτε, τι θαύμα, το παράθυρο ανοίγει ορμητικά κι «ένας ανεμοστρόβιλος σήκωσε στον αέρα το διπλό κρεβάτι». Αυτό ήταν όμως κάτι που εκδραματίστηκε μόνο στην επικράτεια ενός βραδινού ονείρου. Στην πραγματική ζωή, όλες οι κυρίες Νταλογουέι επιστρέφουν σταθερά στο συζυγικό τους κρεβάτι:

«Η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν στο θέμα του ύπνου, κάποιος έπρεπε να πηγαίνει πρώτος στο κρεβάτι και να δείχνει κοιμισμένος τη στιγμή που ερχόταν ο άλλος».

Φυσικά, όπως η ηρωίδα της Βιρτζίνια Γουλφ, οι κυρίες Νταλογουέι της Ακριβής Κακλαμάνη δεν είναι απλώς συμβιβασμένες μέσα στον αστικό γάμο τους. Εχουν κι αυτές συνείδηση του συμβιβασμού τους, μαζί με λαχτάρες κρυφές για την αλλιώτικη ζωή.

Ομως, «Τι άλλο να κάναμε δηλαδή»;

Στην πραγματικότητα, η Αριάδνη, η Πασιφάη, όπως και η Πηνελόπη, όλες αναμετριούνται κάποια στιγμή με τα πάθη τους. Μάλιστα η Πασιφάη φτάνει να ποθήσει κρυφά τον δωρισμένο στον Μίνωα ταύρο. Μετουσιώνει τον βιασμό της σε μια ηθελημένη ιεροτελεστία γονιμότητας. Φτάνει να θέλει να κάνει στο ζώο έναν γιο. Ολοι θυμόμαστε ως εκ τούτου τον Μινώταυρο. Ποιος θυμάται όμως τη βασίλισσα Πασιφάη;

Παραδόξως, η Ακριβή Κακλαμάνη, εν έτει 2025, φαίνεται να γράφει μια ποίηση της ήττας! Η Αριάδνη βοήθησε «έναν ξένο να σκοτώσει τον αδελφό της». Ηταν μια πράξη απελευθέρωσης. Οδηγημένη από αυτά τα δήγματα του πάθους της, βρέθηκε τελικά εγκαταλελειμμένη στη Νάξο:

«Ξύπνησα σε τόπο άγνωστο,

εκείνος άφαντος, / εγώ πωλήτρια στην καλοκαιρινή σεζόν».

Ολες οι ιστορίες που διαβάζουμε μέσα εδώ δεν είναι παρά /

«Μια ιστορία πνιγμένων».

Κάποτε η επιθυμία γίνεται πιο διεκδικητική, μοιάζει υλοποιημένη επιτέλους:

«Υπήρξα βασίλισσα – έστω για λίγο / εκείνος το γνωρίζει καλύτερα απ’ όλους».

Ομως, κι αυτή η ευτυχισμένη βασιλεία είναι τώρα μόνο στυφή ανάμνηση:

«κρύβομαι / εκεί που έζησα τις καλύτερες μέρες μου, / ανήκω σ’ όποιον θυμάται».

Προσδοκία, ματαίωση ή ανάμνηση, η επιθυμία είναι πάντοτε χωνεμένη, στο παρόν, και η ζωή συνεχίζεται σταθερά ως ημιθανής επιβίωση.

«Ομως γράφεις!». / Ή, αλλού:

«Εχει πολλές επιθυμίες ένας άνθρωπος, / πρέπει να βρω οπωσδήποτε το βιβλίο, / τα φώτα του λιμανιού της Αβάνας, / τον ήχο της θάλασσας. / Μια γυμνή ραχοκοκαλιά».

Η ποιητική γραφή, αποδελτιώνοντας επιμόνως τις συνεχόμενες υπαρξιακές ήττες όλων των προσωπείων, είναι παραδόξως στο τέλος σταθερά με τη μεριά της νίκης. Η ειλικρινής καταγραφή των ηττών, η ποίηση δηλαδή, δεν παραδέχεται την ήττα. Γι’ αυτό, άλλωστε, μέσα της σπεύδουμε και κρυβόμαστε όλοι.

«Ακόμα κρύβομαι», με δυο λέξεις, δηλαδή. / Ισως επειδή, όπως εξακρίβωσε πριν από την Ακριβή ο Μανόλης, / «Γιατί η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε, / Αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας».