ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ελενα Μαρούτσου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ενας δημοσιογράφος από την επαρχία έρχεται να μείνει στη Μόσχα και νοικιάζει ένα δωμάτιο, όπου ανακαλύπτει σφηνωμένο στην κάσα μιας πόρτας ένα τετράδιο. Στην πρώτη του σελίδα αναγράφεται, σαν τίτλος, η φράση «Αυτοβιογραφία ενός πτώματος». Το κείμενο που ακολουθεί απευθύνεται στον τωρινό ένοικο και έχει γραφτεί από τον προηγούμενο λίγο προτού αυτοκτονήσει. Το ιδιότυπο αυτό γράμμα καταλαμβάνει σχεδόν ολόκληρο το σώμα της αφήγησης στο πρώτο και ομώνυμο διήγημα της συλλογής Αυτοβιογραφία ενός πτώματος, του Ρώσου Σιγκισμούντ Κρζιζανόφσκι (1887-1950). Ο συγγραφέας, έχοντας κινηθεί μακριά από τις νόρμες του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, περιθωριοποιήθηκε και παραγνωρίστηκε κατά τη σταλινική και μετασταλινική περίοδο, όμως στα τέλη της δεκαετίας του 1980 αναγνωρίστηκε το έργο του, μελετήθηκε εκτενώς και μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες.

Με αυτή τη συλλογή οι Εκδόσεις Αντίποδες μας συστήνουν τον ιδιοσυγκρασιακό αυτό συγγραφέα, του οποίου τα κείμενα διαφεύγουν από την αυστηρή ειδολογική κατάταξη. Ο ίδιος, όπως μαθαίνουμε από το εμβριθές επίμετρο της Νιόβης Ζαμπούκα, χαρακτήριζε τη γραφή του ως «πειραματικό ρεαλισμό» και την αποσαφήνιζε ως εξής: «Να αντιμετωπίζω τις έννοιες ως εικόνες, να τις συσχετίζω ως εικόνες – αυτές είναι οι δύο κύριες μέθοδοι των λογοτεχνικών μου πειραμάτων». Πράγματι, και στα πέντε διηγήματα που απαρτίζουν τη συλλογή, είναι εντυπωσιακή η εικονοποιία, η οποία μάλιστα χρησιμοποιεί ως εργαλείο την εκτενή χρήση των μεταφορών.

Στο διήγημα με τίτλο «Σελιδοδείκτρια», ο αφηγητής συναντά έναν άντρα που μονολογεί πλάθοντας ιστορίες από ελάχιστες αφορμές που κεντρίζουν εκείνη τη στιγμή την προσοχή του. Ο «θηρευτής θεμάτων», όπως τον αποκαλεί, σε κάποιο σημείο σχολιάζει: «Και να που κάποιοι λένε […] ότι δεν υπάρχουν θέματα, ότι είμαστε κολλημένοι στα αβαθή της θεματορροής, και κυνηγάνε την πλοκή σχεδόν με τα λαγωνικά, με περιλαίμια-πνίχτες, κάθε καινούργια ακολουθία εικόνων την ξετρυπώνουν φασαριόζικα στήνοντας ομαδικό καρτέρι, ενώ αυτά τα καταραμένα θέματα, που να τα πάρει ο διάβολος, ούτε κρύβονται ούτε φεύγουν. Είναι όπως οι κόκκοι της σκόνης σε μια ηλιαχτίδα ή όπως τα κουνούπια πάνω από το βάλτο, αυτό είναι σωστότερο. Θέματα;! Δεν υπάρχουν, λέτε. Εμένα όμως μου τρυπανίζουν τον εγκέφαλο, από κάθε παράθυρο, από όλα τα μάτια, τα συμβάντα, τα πράγματα, τις λέξεις, σμήνη ολόκληρα: και καθένα, και το πιο μικρό, καραδοκεί με το κεντρί του […]». Πράγματι, όπως ο θηρευτής θεμάτων ξετυλίγει κάθε τρεις και λίγο μια ιστορία από ένα ελάχιστο κέντρισμα της πραγματικότητας, έτσι και στα κείμενα του Κρζιζανόφσκι βλασταίνει και δίνει πολύχρωμους καρπούς ο κάθε μικροσκοπικός σπόρος.

Εχοντας θητεύσει αρχικά στην ποίηση, ο Κρζιζανόφσκι χρησιμοποιεί τα εργαλεία της, τη μεταφορά, την πύκνωση, την εστίαση στη γλώσσα και τη φόρμα, παραδίδοντάς μας κείμενα διαποτισμένα από τη λατρεία του παράδοξου που συναντάμε στον υπερρεαλισμό, με ροπή προς το φανταστικό, χρήση του μύθου και της αλληγορίας. Ωστόσο, το υπερρεαλιστικό ή φορμαλιστικό στοιχείο στη γραφή του Κρζιζανόφσκι δεν αφαιρεί από τα κείμενά του τον ζόφο της πραγματικότητας μετατρέποντάς τα σε ονειρικά παραμύθια. Αντιθέτως, ο ιδιότυπος «πειραματικός ρεαλισμός» του φωτίζει τη Μόσχα της εποχής του, παρουσιάζοντάς την ως ένα δυστοπικό σκηνικό, όπου κυριαρχούν η γραφειοκρατία, η φτώχεια και η καταπίεση από μια αυταρχική απρόσωπη εξουσία. Ο πολιτικός σχολιασμός γίνεται υπαινικτικά, όμως είναι ειρωνικά παρών, όπως πανταχού παρών είναι και ο θάνατος στα διηγήματα της συλλογής. Μόνη υπαρξιακή διέξοδος η αφήγηση, η παρακαταθήκη της μνήμης, όπως στο υπέροχο πρώτο διήγημα «Αυτοβιογραφία ενός πτώματος»:

«Ενα παλιό ινδικό παραμύθι μιλάει για έναν άνθρωπο που ήταν υποχρεωμένος να κουβαλάει στους ώμους του, τη μια νύχτα μετά την άλλη, ένα πτώμα, έως ότου εκείνο, με τα νεκρά αλλά κινούμενα χείλη του κολλημένα στο αυτί του, να του πει μέχρι τέλους την ιστορία της προ πολλού περατωμένης ζωής του. Μην προσπαθήστε να με παρατήσετε κάτω. Οπως κι ο άνθρωπος του παραμυθιού, θα αναγκαστείτε να κουβαλήσετε στους ώμους Σας το φορτίο των τριών άγρυπνων νυχτών μου και να ακούσετε προσεκτικά το πτώμα μέχρι να τελειώσει την αφήγηση της αυτοβιογραφίας του».

Η Ελένη Μπακοπούλου έχει αντεπεξέλθει δεξιοτεχνικά και με υφολογική ευαισθησία στο δύσκολο έργο της μετάφρασης κειμένων που μεγάλο μέρος της σύνθεσης και της γοητείας τους βασίζεται σε χρήση πολλαπλών αφηγηματικών τεχνικών, πληθώρα ρητορικών σχημάτων, λογοπαίγνια, παρονομασίες, νεολογισμούς και διακειμενικές αναφορές.