Στα Κράβαρα (Οδοιπορικές σημειώσεις) ο Ανδρέας Καρκαβίτσας περιγράφει τους Κραβαρίτες ως «ποταπούς και αποτεθαρρημένους» και «από του καλητέρου αυτών, του ζώντος μέσω πλούτου και δόξης μέχρι του μικροτέρου, του τρεφομένου με κορόμηλα και αγριαπίδια, από του ανωτέρου αξιωματικού, του φέροντος σπάθην εις την ζώνην και διατάσσοντος μέχρι του ρυπαρού νυκτοκλέπτου», ως φορείς ψυχολογικής ομοιογένειας και ατολμίας, ενώ η φυσική τους διάπλαση φαίνεται προσαρμοσμένη στην πενία και την επαιτεία [Εστία Εικονογραφημένη, αρ. 43 (29.10.1890), σ. 258]. Η γραφική αυτή απεικόνιση του κοινωνικού μικρόκοσμου της ελληνικής επαρχίας αποτέλεσε τη βάση για τη φιλοτέχνηση του Τζιριτόκωστα, του κεντρικού ήρωα στον Ζητιάνο, έργο που και σήμερα μελετάται και διδάσκεται, εντασσόμενο στον νεοελληνικό λογοτεχνικό κανόνα.
Ο Ανδρέας Καρκαβίτσας άρχισε τη συγγραφή του «Ζητιάνου» το καλοκαίρι του 1895, κατά την παραμονή του στην Αμπλιανη της Ευρυτανίας, και την ολοκλήρωσε είτε εντός του ίδιου έτους είτε στις αρχές του 1896. Το έργο δημοσιεύτηκε αρχικά σε συνέχειες στην εφημερίδα Εστία από τις 9 Απριλίου έως τις 8 Ιουνίου 1896 και εκδόθηκε σε αυτοτελή μορφή τον Οκτώβριο του 1897 από το τυπογραφείο της Εστίας Κ. Μάισνερ και Ν. Καργαδούρη. Ιδιαίτερη σημασία για την εκδοτική ιστορία του έργου έχει η έκδοση του 1920 από το «Βιβλιοπωλείον της Εστίας», εγκεκριμένη από τον συγγραφέα, στην οποία παγιώνεται η δομή του βιβλίου όπως έχει καθιερωθεί έως σήμερα. Η ανά χείρας έκδοση των Αντιπόδων βασίζεται τόσο σε αυτήν όσο και στη φιλολογική έκδοση του κειμένου από τον Π. Δ. Μαστροδημήτρη (Καρδαμίτσα, Αθήνα 1980· Κανάκη, Αθήνα 1996). Οι ορθογραφικές και γλωσσικές παρεμβάσεις της έκδοσης, σε συνδυασμό με το Γλωσσάρι, αποσκοπούν στη διευκόλυνση της πρόσληψης του κειμένου από τον σύγχρονο αναγνώστη, δεδομένου ότι η φωνητική και γλωσσική του μορφή αντανακλά ένα ιστορικά απομακρυσμένο στάδιο της νεοελληνικής.
Η αρχικά επιφυλακτική έως και αρνητική κριτική υποδοχή του έργου -ενδεικτική της οποίας είναι η άποψη του Γιάννη Καμπύση ότι «ο κ. Καρκαβίτσας, με το να αδράξει τον γνησιότερο χαρακτήρα της Ρωμαίικης ψυχής, τη ζητιανιά, αποκαλύπτει την οξυδέρκεια ενός μεγάλου παρατηρητή, όχι όμως, δυστυχώς, και καλλιτέχνη»- εμπλουτίστηκε σημαντικά στη συνέχεια ιδίως μέσω της ακαδημαϊκής μελέτης. Η μεταγενέστερη κριτική έχει επικεντρωθεί κυρίως στον ηθογραφικό και νατουραλιστικό χαρακτήρα του «Ζητιάνου» καθώς και στην ειδολογική του ταυτότητα, αναδεικνύοντας παράλληλα την αφηγηματική και ψυχογραφική του δύναμη. Ενδεικτικά, ο Τέλλος Αγρας χαρακτήρισε το έργο «αποκορύφωμα» της δημιουργίας του Καρκαβίτσα, υπογραμμίζοντας ιδίως την υποδειγματική απόδοση της ομαδικής ψυχολογίας, «την απεικόνιση των αψιθυμιών της μάζης, του φανατισμού και του δέους», ενώ ο Γιώργος Βαλέτας το κατέταξε στα κορυφαία νεοελληνικά πεζογραφήματα, θεωρώντας το μια «κοινωνική διαφωτιστική σάτιρα» με κεντρική ιδέα τον θρίαμβο του κακού και την εξαθλίωση του λαού.
Η έκδοση των Αντιπόδων συμπληρώνεται από εκτενές Επίμετρο με τίτλο «Η μεταφορά του παράσιτου στον Ζητιάνο του Καρκαβίτσα», το οποίο υπογράφει ο Σωτήρης Παρασχάς, επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΕΚΠΑ. Στις πέντε υποενότητες του Επιμέτρου ο Παρασχάς εξετάζει αναλυτικά, μέσα από συγκριτολογική προσέγγιση, την ελληνική και ξενόγλωσση βιβλιογραφία σχετικά με την ιστορία της έννοιας του παράσιτου, τη χρήση της στον επιστημονικό και μη λόγο καθώς και στη λογοτεχνία.
Ξεκινώντας από τη σημασία του όρου στην Αθήνα της κλασικής εποχής, τεκμηριώνει τη συστηματική χρήση του «παράσιτου» ως μεταφοράς η οποία φορτίζεται διαχρονικά με νέες συνδηλώσεις για την περιγραφή ανθρώπινων όντων, κοινωνικών ομάδων ή φαινομένων. Ετσι ο παράσιτος-κόλακας της ελληνικής αρχαιότητας στα νεότερα χρόνια μετασχηματίζεται σε εκείνον που ζει από την εργασία των άλλων, χωρίς να προσφέρει κάποιο αντάλλαγμα, ταυτιζόμενος συχνά με τον οκνηρό. Το κοινωνικό παράσιτο καθίσταται εστία μόλυνσης -σωματικής, διανοητικής, ηθικής ή πνευματικής- ενώ οι ποικίλες θεωρίες περί ασθένειας και μικροβίων συμβάλλουν περαιτέρω στη διεύρυνση της μεταφοράς του παρασίτου καθ’ όλον τον 19ο αιώνα. Η μεταφορά δεν καθίσταται ποτέ «νεκρή», καθώς λειτουργεί ως μεταφορά-παλίμψηστο λόγω των ποικίλων και εναλλασσόμενων συνδηλώσεών της.
Στο πλαίσιο αυτό ο Παρασχάς εφαρμόζει, με τρόπο ευρηματικό και πειστικό, την έννοια της «αναμεταφοροποίησης» της μεταφοράς του παρασίτου στον Ζητιάνο του Καρκαβίτσα προτείνοντας μια ενδιαφέρουσα νέα «ανάγνωση» του έργου. Ο παράσιτος Τζιριτόκωστας παρουσιάζεται ως τοξικός -ένας παθογόνος μικροοργανισμός- και, όπως επισημαίνεται στο Επίμετρο, ως «ο ικανότερος στην πάλη για επιβίωση», «το μικρόβιο που αποτελειώνει και εξοντώνει ένα νέο αλλά σάπιο μέλος του ελληνικού κράτους», ανάγνωση συμβατή με τις προκλητικές και αιρετικά διατυπωμένες θέσεις του Καρκαβίτσα για την ελληνική ύπαιθρο και τους κατοίκους της καθώς και για εθνικά ή θρησκευτικά ζητήματα και πρόσωπα της εποχής του.
