Στο βιβλίο της Δούκα, ακολουθώντας τη ροή της συνείδησης των ηρώων και τον εσωτερικό τους μονόλογο, ο τριτοπρόσωπος αφηγητής υιοθετεί ένα θυμοσοφικό αλλά και ελαφρώς παιγνιώδες ύφος, ενώ τόσο ο στοχασμός όσο και το υπερβατικό στοιχείο συμβαδίζουν αρμονικά με την καθημερινότητα, αφήνοντας πίσω τους μια γλυκόπικρη και κάπως μελαγχολική επίγευση. Κι όλα αυτά, με γλώσσα οικεία, κουβεντιαστή, ρέουσα, απλή και συνάμα ποιητική, με εικόνες που λειτουργούν συμβολικά χωρίς να χάνουν την πολυχρωμία και τη ζωντάνια τους
Η Μάρω Δούκα επανέρχεται μέσα στο 2025, με το μυθιστόρημα Ζήτω η Αγκαθα Κρίστι και κεντρική ηρωίδα της την Πολυξένη. Πρόκειται για μια εβδομηντάχρονη συνταξιούχο που ζει απομονωμένη στο Σούνιο, σε μια παλιά μονοκατοικία, κληρονομιά από μια θεία της. Η ηλικιωμένη, στον συνηθισμένο περίπατό της γύρω από τα αρχαία μάρμαρα, νιώθει κατά διαστήματα τη μνήμη και τη συνείδησή της τη μια να χάνονται και την άλλη να επανέρχονται, σαν το παλιρροϊκό κύμα της θάλασσας που σκάει κάτω από τα πόδια της. Ισορροπώντας πάνω από τον γκρεμό, με τη φυσικότητα που σκέφτεται το μακρινό αλλά και το άμεσο παρελθόν της -το ορφανοτροφείο, τον αποτυχημένο γάμο της, την εγκατάλειψη από τον σύζυγο, τη μοναξιά και την ψυχρότητα της κόρης της που βρίσκεται στο εξωτερικό-, με την ίδια φυσικότητα αφήνεται να παρασυρθεί από το παρόν, που παραδόξως δεν παύει να την εκπλήσσει.
Η Πολυξένη έχει βιώσει τον κόσμο όπως τον βιώνουν πολλές μοναχικές γυναίκες στην ηλικία της. Ξέρει πώς να αντεπεξέρχεται με περιορισμένα μέσα, με ανεπαρκή στήριξη, με την κοινωνία -στην πλειονότητά της- να τη θεωρεί «τελειωμένη». Εχει συμφιλιωθεί με τον εαυτό της και, όπως η Πολυξένη του μύθου, έχει μάθει να πορεύεται με θυσίες και αξιοπρέπεια.
Είναι, θα λέγαμε, μια αφανής επιζήσασα. Το σώμα της έχει γίνει εύθραυστο και σίγουρα δεν συνάδει με τις αντιλήψεις περί νεότητας, όμως ο τρόπος που το κοιτάζει, το «αγκαλιάζει» και το φροντίζει φανερώνει ότι ακόμα αγαπά και σέβεται τη ζωή. Με τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίζει και το περιβάλλον της. Η θάλασσα, ο άνεμος, τα άγρια πουλιά, κάτω από το αγαπητικό της βλέμμα μετατρέπονται σε παρήγορο ενδιάμεσο ανάμεσα στην ελπίδα και την απόγνωση, ανάμεσα στην παραίτηση και την επιθυμία για συνέχεια.
Ωστόσο, σ’ εκείνον τον συγκεκριμένο περίπατο, η αναπάντεχη εισβολή δύο αστυνομικών που περιπολούν στο πεδίο και η αποκάλυψη της σορού ενός δολοφονημένου -μια αποκάλυψη που συμπίπτει με την αινιγματική παρουσία ενός γαντοφορεμένου άντρα- θα διακόψουν την περισυλλογή της, μυώντας την σε μια ατμόσφαιρα μυστηρίου, ανησυχίας και εγρήγορσης. Η πληροφορία ότι ο άντρας, που ακούει στο όνομα Οδυσσέας και είναι δημοσιογράφος, βρίσκεται εκεί μετά από ένα προφητικό όνειρο θα προσθέσει ένα ίχνος υπερβατικότητας στην ατμόσφαιρα, η οποία όμως, την ίδια στιγμή, μέσα από ύποπτα δεδομένα, θα αρχίσει προοδευτικά να αποδομείται. Το γεγονός ότι ο «γαντοφορεμένος» είχε κάποια σχέση με τον νεκρό ενισχύει την υποψία περί της εμπλοκής του στον φόνο.
Η Πολυξένη νιώθει την περιέργειά της να οξύνεται και πολύ θα ήθελε να είναι μια δεύτερη Μις Μαρπλ, αλλά παρά το αρχικό της ξάφνιασμα διατηρεί την ίδια ήρεμη αποστασιοποίηση που κρατά και στην καθημερινότητά της.
Επιστρέφοντας σπίτι της, νιώθει ανακούφιση στην ιδέα ότι εκείνη, σε αντίθεση με τον νεκρό, συνεχίζει να είναι ζωντανή και ασφαλής. Προτιμά την ασφάλειά της, παρ’ όλο που δεν τη σοκάρει ο θάνατος. Αλλωστε, το «να ζεις και να ονειρεύεσαι σαν αθάνατος» είναι το μότο της.
Στο επίκεντρο της αφήγησης, η συνάντησή της με τον Οδυσσέα δημιουργεί ένα ζεύγος παράδοξης σύζευξης, τόσο του μύθου με την πραγματικότητα όσο και ανάμεσα στην ίδια (που ζει τη ζωή με τις αισθήσεις της) και στον Οδυσσέα (που φιλοδοξεί να γράψει ένα βιβλίο για να μπορέσει να την περιγράψει). Καθώς ο φακός περιστρέφεται γύρω από τους ήρωες και τις εξελίξεις, οι συμπτώσεις των γεγονότων, τα κενά και τα ρήγματα στα κεντρικά πρόσωπα και τους/τις ερωτικούς ή συζυγικούς συντρόφους τους πολλαπλασιάζονται και βαθαίνουν.
Ο ένας αστυνομικός είναι μαλακός στο επάγγελμα αλλά βίαιος στην οικογένεια∙ ο άλλος είναι σκληρός, γεμάτος θυμό, ικανός για ενδοοικογενειακή βία και ταυτόχρονα θύμα των παρορμήσεων και των ματαιωμένων προσδοκιών του. Και οι δύο παρουσιάζονται χωρίς εξωραϊσμούς, με την αφήγηση να αφήνει τις πράξεις τους να μιλήσουν, σχηματίζοντας ένα σκληρό και συχνά ωμό πορτρέτο της μικροαστικής Ελλάδας.
Εναν σκοτεινό καμβά πάνω στον οποίο οι σχέσεις φτιάχνονται από αδιέξοδα υλικά, οικονομικές πιέσεις και μια νοοτροπία που νομιμοποιεί τον ανδρικό αυταρχισμό.
Σε κάθε περίπτωση, τα πρόσωπα του μυθιστορήματος, και κυρίως αυτά της Πολυξένης και του Οδυσσέα, όπως εμφανίζονται στο βιβλίο, σε υποδόρια συνομιλία και σύνδεση με την Πολυξένη και τον Οδυσσέα του Ομήρου, αντικατοπτρίζουν την εμμονή μιας δημιουργού που ψάχνει στο βάθος της ύπαρξης για να χτίσει τους χαρακτήρες της και δεν παύει ποτέ να ερευνά, να πειραματίζεται και να αναρωτιέται πώς μια ιστορία αξίζει να ειπωθεί στις μέρες μας, επιλέγοντας τελικά και ολοκληρώνοντας αριστοτεχνικά μια χαμηλόφωνη, πολύπτυχη εξιστόρηση όπου κυριαρχούν η μνήμη, ο υπαινιγμός, η αμφισημία, η ενδελεχής παρατήρηση και μια βαθιά ανθρωποκεντρική ματιά.
Στο βιβλίο της, ακολουθώντας τη ροή της συνείδησης των ηρώων και τον εσωτερικό τους μονόλογο, ο τριτοπρόσωπος αφηγητής υιοθετεί ένα θυμοσοφικό αλλά και ελαφρώς παιγνιώδες ύφος, ενώ τόσο ο στοχασμός όσο και το υπερβατικό στοιχείο συμβαδίζουν αρμονικά με την καθημερινότητα, αφήνοντας πίσω τους μια γλυκόπικρη και κάπως μελαγχολική επίγευση. Κι όλα αυτά, με γλώσσα οικεία, κουβεντιαστή, ρέουσα, απλή και συνάμα ποιητική, με εικόνες που λειτουργούν συμβολικά χωρίς να χάνουν την πολυχρωμία και τη ζωντάνια τους.
