ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αθηνά Κουφοπάνου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στο Kόκκινο moleskine ο χρόνος κινείται παλιρροϊκά ανάμεσα στη ρεαλιστική περιγραφή, στον μαγικό ρεαλισμό και στη χρονική αποσύνδεση. Στο πρώτο κεφάλαιο («Τεκμήρια θανάτου»), οι θερμές συλλυπητήριες αναρτήσεις στο facebook, ένα λακωνικό κηδειόσημο, ένα ψυχρό γραφειοκρατικό πιστοποιητικό από το ελληνικό δημαρχείο και το twitter με την επίσημη ανακοίνωση του θανάτου του David Bowie, μας εισάγουν με τρόπο πρωτότυπο, υποδόριο αλλά και εύστοχο, στην ουσία της υπόθεσης. Καθώς η αφήγηση στρέφεται στη Μαργαρίτα –μια κοινωνική ανθρωπολόγο (και πιθανό alter ego της συγγραφέα), που για εξήντα μέρες αναζητά το κατάλληλο κατάλυμα για να φιλοξενήσει έξι ανθρώπους– η αδυναμία συγκέντρωσης και αυτοπροσδιορισμού, η έλλειψη σαφήνειας ως προς την ταυτότητα των καλεσμένων και η παράδοξη ονοματοθεσία δημιουργούν την εντύπωση πως δεν βρισκόμαστε σε πραγματικό χώρο, αλλά σε μεταθανάτιο ψυχικό τοπίο.

Σταδιακά καλλιεργείται μια αίσθηση αγωνίας και ανόδου προς το κέντρο της συνείδησης, με τη Μαργαρίτα να εμφανίζεται ως φύλακας και ιέρεια ενός τελετουργικού υποδοχής. Η διαδικασία της επιλογής μετατρέπεται σε εσωτερικό λαβύρινθο, ενώ μια κουνιστή πολυθρόνα γίνεται χώρος διαλογισμού και έδρα απόκοσμης συνομιλίας. Μέσα σ’ αυτήν τη γεμάτη συμβολισμούς ατμόσφαιρα, η τριτοπρόσωπη αφήγηση διακόπτεται κατά διαστήματα από μια ειρωνική, μελαγχολική, πικρόχολη φωνή, που μοιάζει (και είναι, εντέλει) η φωνή του νεκρού πατέρα της. Ο εκλιπών παρακολουθεί τις κινήσεις της κόρης του από το επέκεινα, σχολιάζει τον χαρακτήρα της, τις συνήθειές της, τις οικογενειακές τους σχέσεις. Αλλά και οι καλεσμένοι της κόρης μοιάζουν με ψυχές σε μετάβαση. Από τα έξι κριτήρια που η Μαργαρίτα θέτει για την επιλογή του καταλύματος (νερό, χώρος, έξοδοι, ζώα, απόσταση – εγγύτητα, αιωνιότητα), το κριτήριο της «αιωνιότητας» βρίσκεται τελευταίο στην οργανωτική λίστα αλλά πρώτο στη συναισθηματική της κλίμακα.

Στα κεφάλαια που ακολουθούν («Μάντσεστερ», «Γκάνα», «Αθήνα», «Χλόη») η γραφή συνεχίζει να στηρίζεται στην ηθελημένη αναξιοπιστία, εστιάζοντας, όπως και σε προηγούμενα έργα της Καράμπελα, στην αδυναμία να ορίσουμε τις πιο βαθιές ανάγκες και επιθυμίες μας, ακόμη κι όταν έχουμε επινοήσει τις τέλειες μεθόδους. Η Μαργαρίτα δεν θυμάται, δεν εμπιστεύεται το σώμα της ούτε τον χρόνο. Η ζάλη, η δυσκολία προσανατολισμού στον χώρο υποδηλώνουν μετατραυματικό σοκ, σύμπτωμα θλίψης, πένθους και ενοχής. Οι φίλοι της, Patrick, Ester και Adwoa έχουν σκοτωθεί από δάγκωμα φιδιού σε προηγούμενη αποστολή τους στην Γκάνα. Η τεμαχισμένη μνήμη ανασύρει εικόνες προδοσίας (Clinton+Patty) και θανάτου, τις οποίες προσπαθεί να διαχειριστεί∙ μετατρέπεται σε χάρτη ψυχικών τραυμάτων, ενώ οι νεκροί φίλοι και συγγενείς, ακόμα και απρόσκλητοι, βρίσκονται διαρκώς παρόντες. Καθώς και η ίδια αναρωτιέται αν η παρουσία της είναι πραγματική ή παραισθητική, ο φτερουγισμένος πατέρας της ξαναγίνεται νέος και οραματίζεται μια άλλη ζωή, αλλάζοντας ακόμα και το όνομα της κόρης του, από Μαργαρίτα σε Χλόη. Το αίσθημα της προδοσίας επανέρχεται, και μόνο το γράψιμο στο κόκκινο moleskine μπορεί να τον μεταστοιχειώσει σε παρήγορο μύθο.

Τo παρόν, πέμπτο μυθοπλαστικό βιβλίο της Καράμπελα, μέσ’ από μια μείξη μυθικού συμβολισμού, εφιαλτικής διάλυσης και ψυχογραφικής οξύτητας, φαίνεται να αποτελεί το πιο σύνθετο, βιωματικό και την ίδια στιγμή υπερβατικό έργο της. Η συγγραφέας του, ως πρόεδρος της ActionAid Hellas και έχοντας επισκεφτεί την Γκάνα, ξέρει ακριβώς για ποιο πράγμα μιλάει. Μεταπλάθοντας τις αποκαλυπτικές εμπειρίες της σε λογοτεχνία οδηγεί τον αναγνώστη σε μια καταιγιστική περιπλάνηση, με απώτερο σκοπό την εξέλιξη και τη συμφιλίωση. Συγκλονίζει η περιγραφή της κλειτοριδεκτομής και η ιστορία της γιαγιάς Ernestina, με καταγωγή από την Bolgatanga, αφηγημένη από την εγγονή της, την Ernestina junior, καθώς και όσα διαδραματίζονται στον ιστορικό ενεστώτα ή είχαν διαδραματιστεί στην Γκάνα στο παρελθόν, με πρωταγωνιστές αρχηγούς φυλών και γυναίκες ανυπότακτες που είχαν κατηγορηθεί για μάγισσες και είχαν αποκλειστεί από την κοινότητα. Το ίδιο συγκλονιστική είναι και η ιστορία με τον παρατημένο, ημιθανή νεοσσό, στην επιστροφή της Μαργαρίτας στην Αθήνα. Το μυθιστόρημα κλείνει με στίχους του David Bowie, υπογραμμίζοντας το διαρκές παιχνίδι ζωής – θανάτου, απώλειας – αναγέννησης.