Ο Κυριάκος Χαρίτος, υποψήφιος για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου λογοτέχνη του περιοδικού «Αναγνώστης» για το πρώτο του βιβλίο Μικρή εγκυκλοπαίδεια του Θανάτου (Στερέωμα, 2023), μας παραδίδει το δεύτερο βιβλίο του, μια νουβέλα με τίτλο «Γράμματα στην Παναγία». Πρόκειται για είκοσι έξι γράμματα του Χριστού προς τη μητέρα του, τα οποία, σύμφωνα με το προλογικό σημείωμα, βρέθηκαν γραμμένα σε περγαμηνή τοποθετημένη σε πήλινο κύλινδρο και αποκαλύφθηκαν κατά τη διάρκεια έργων αποκατάστασης του δικτύου ύδρευσης της πόλης Ζαμπαντάνι, το οποίο είχε καταρρεύσει κατά τη διάρκεια πολέμου, λόγω βομβαρδισμών.
Και σε άλλα λογοτεχνικά βιβλία της πρόσφατης ελληνικής παραγωγής βρίσκουμε αναφορές στην Παναγία, είτε στον τίτλο Πράγματα που σκέφτεται η Παρθένος Μαρία καπνίζοντας κρυφά στο μπάνιο, της Αλεξάνδρας Κ.) είτε στο περιεχόμενο (Το μακρύ ταξίδι της μιας μέσα στην άλλη, της Αμάντας Μιχαλοπούλου). Η διακειμενική συνομιλία της σύγχρονης λογοτεχνίας με πρόσωπα της θρησκευτικής ιστορίας και παράδοσης γίνεται συνήθως μέσα σε ένα πλαίσιο απέκδυσης του εν λόγω προσώπου από τα θρησκευτικά συμφραζόμενα που το συνοδεύουν, προκαλώντας την αποκαθήλωση της εικόνας με την οποία τα έχουμε ταυτίσει και καλώντας τα να υποδυθούν νέους ρόλους, κάποτε σε πλήρη αντίστιξη με τους παραδοσιακούς. Αυτό δεν συμβαίνει στη νουβέλα του Χαρίτου. Η Παναγία, εδώ, δεν καπνίζει στο μπαλκόνι, δεν φοράει τιγρέ ρόμπα, δεν είναι ένα σύγχρονο προσωπείο με το οποίο συνδιαλέγεται ο αφηγητής. Εδώ η Παναγία είναι η Παναγία. Η άλως της είναι ανέπαφη. Πρόκειται για το πρόσωπο που εισακούει τις προσευχές, που υποδέχεται τον λόγο του Θεού, που παραλαμβάνει, εδώ, τις επιστολές του Θεανθρώπου.
Οσο για τον Θεάνθρωπο, χωρίς κι αυτός να απεκδύεται στη νουβέλα τη θεϊκή του υπόσταση, απευθύνεται στη μάνα του με την ανθρώπινη διάστασή του. Κάθε του γράμμα είναι μια ψηφίδα του πολύχρωμου και κατακερματισμένου ψηφιδωτού της ανθρώπινης ύπαρξης. Της μεταφέρει σπαράγματα από τη ζωή του σε αυτόν τον κόσμο, εμπειρίες και αισθήματα που περιλαμβάνουν όχι μόνο τη θεάρεστη αγάπη και τη συγχώρεση αλλά και την οργή, την ντροπή, το γέλιο, την αμφιβολία, τη χαρά των μικρών πραγμάτων, την επιθυμία.
Τα είκοσι έξι γράμματα του Χριστού προς την Παναγία είναι είκοσι έξι μικροδιηγήματα για την αναπόφευκτα διχασμένη μας ύπαρξη ανάμεσα στη ματαιότητα και την ελπίδα. Ανάμεσα στη σάρκινη χαρά και στην επίγνωση του τέλους. Ανάμεσα στη φθορά και όσα την υπερβαίνουν. Ενα βιβλίο που επανεφευρίσκει την αίσθηση του ιερού μέσα από τη δύναμη μιας ποιητικής και εικονοποιητικής γλώσσας.
Κι αν ο Κυριάκος Χαρίτος περιβάλλει με άλω το θνητό, ευάλωτο, ανθρώπινο κομμάτι της ύπαρξης, «κατεβάζοντας» το ιερό στη γη, ο Σπύρος Μαντζαβίνος εξυψώνει το χαμερπές, περιβάλλοντας με την άλω του θαυμαστού το πιο χαμηλό κομμάτι του γυναικείου σώματος, το ποδαράκι. Το πεζογράφημά του Ποδολάτρες έχει χαρακτήρα εξομολογητικό. Γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, μας κάνει κοινωνούς μιας εμμονής, μιας παιδιόθεν έλξης προς τα κάτω άκρα που στη διάρκεια των ετών εξελίχθηκε σε λατρεία κανονική.
Το βιβλίο του Μαντζαβίνου ξεκινά με παιγνιώδη ερωτήματα: «Από πού προέρχεται η αγάπη για τις γυναικείες πατούσες; Και το κυριώτερο, προς τα πού πηγαίνει; Πέλματα, πατούσες, δάχτυλα, φτέρνες, αστράγαλοι, καμάρες, μύτες ποδιών, γάμπες, γόνατα, μηροί, άκρα. Είναι οι άνθρωποι που τα αγαπούν στ’ αλήθεια άνθρωποι των άκρων; Ακραίοι, των οποίων το πάθος τους αυτό οδηγεί αναπόφευκτα σε ακρότητες;». Το ανά χείρας πεζογράφημα, παρότι καταπιάνεται με μια εμμονή, με μια καθήλωση με έντονα ερωτικό χαρακτήρα, δεν βυθίζεται στη σεξουαλική πλευρά του πόθου. Εστιάζοντας στο αρχικό «θάμβος» που προκαλεί στον ποδολάτρη η οπτική επαφή με το αντικείμενο της έλξης του, ο συγγραφέας μάς ξεναγεί στη δική του «χώρα των θαυμάτων», έναν τόπο όπου οι γυναίκες προσφέρουν σε κοινή θέα αυτό το κομμάτι του σώματός τους, ελεύθερα και αθώα, καθώς δεν είναι καταχωρισμένο στις επίσημες ερωτογενείς ζώνες. Ας γίνω σαφέστερη: Ο συγγραφέας δεν τρέφει «πλατωνικά» αισθήματα για τα γυναικεία άκρα. Η αφροδίσια ηδονή που υπόσχονται πυρπολεί όχι μόνο τη φαντασία αλλά και τις αισθήσεις του, όμως επιλέγει να καταγράψει τις τυχαίες και εφήμερες συναντήσεις ενός ποδολάτρη με τις πολυπόθητες απολήξεις των γυναικείων ποδιών όχι επί κλίνης αλλά σε δημόσιο χώρο.
Ετσι, ανάμεσα σε στοχασμούς γύρω απ’ τα κάτω άκρα, ο Μαντζαβίνος μας μεταφέρει στιγμιότυπα όπου ο αφηγητής ήρθε σε οπτική (κάποτε και απτική) επαφή με ποδαράκια άγνωστων, ως επί το πλείστον, γυναικών στο μετρό, στο καράβι, στο τρένο, στην παραλία, ή όπου αλλού είθισται να ξεμυτίζουν, ως μικρές Περσεφόνες, τους μισούς μήνες του χρόνου. Οι περίτεχνες περιγραφές του δεν μεταφέρουν μόνο τις χάρες των ποδιών, αλλά ανατέμνουν και το λάθρα θωπευτικό βλέμμα του ποδολάτρη.
Η απόλαυση που προσφέρει το δεύτερο ετούτο βιβλίο του Μαντζαβίνου (το πρώτο, Μνηστηροφονία και άλλες ιστορίες, Καστανιώτης 2018, ήταν υποψήφιο για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου λογοτέχνη του περιοδικού «Κλεψύδρα») δεν πηγάζει μόνο απ’ το πρωτότυπο θέμα του αλλά, κυρίως, από την πλούσια, στιλπνή και πλαστικότατη γλώσσα του και το ιδιάζον, φιλοπαίγμον ύφος. Η παρούσα έκδοση κοσμείται από καλαίσθητα χαρακτικά του ιδίου, καθότι εκτός από συγγραφέας τυγχάνει επίσης σκηνοθέτης, ζωγράφος και χαράκτης.
