Οταν ρωτήθηκε για τον τίτλο του μυθιστορήματος «Φως τον Αύγουστο» («Light in August»), o Ουίλιαμ Φόκνερ απάντησε πως στον Μισισιπή υπάρχουν μερικές μέρες γύρω στα μέσα του Αυγούστου που μοιάζουν με πρόγευση φθινοπώρου, καθώς το φως έχει μια απαλή ποιότητα σαν να μην προέρχεται μόνο από σήμερα αλλά από την παλιά κλασική εποχή. Διαρκεί για μία ή δύο μέρες και μετά εξαφανίζεται, μια φωτεινότητα παλαιότερη από τον χριστιανικό πολιτισμό.
Το «Φως τον Αύγουστο» άρχισε να γράφεται το 1931 και ολοκληρώθηκε στις αρχές του 1932 οπότε και εκδόθηκε. Σύνθετο στη δομή του, καθώς η αφήγηση διαθλάται μέσω διάφορων αφηγητών-χαρακτήρων του μυθιστορήματος, με συχνές αναδρομές χωρίς γραμμικότητα και με εστιασμένους εσωτερικούς μονολόγους φιλοσοφικής και θεολογικής χροιάς, αποτελεί ένα αριστούργημα του μοντερνισμού που ο Harold Bloom το ενέταξε στα κλασικά έργα του κανόνα της αμερικανικής λογοτεχνίας. Η ποιητική γλώσσα του Φόκνερ με τις διαβαθμίσεις στην έντασή της μετατρέπει τον αμερικανικό Νότο από γεωγραφική και ιστορική περιοχή σε ψυχολογική εμπειρία, σε μνήμη τραυμάτων και ενοχών. Η απόδοση του ύφους του βιβλίου με την τόση δεξιοτεχνία του Φόκνερ στις αφηγηματικές τεχνικές, είναι επαινετέο κατόρθωμα του μεταφραστή Παναγιώτη Κεχαγιά.
Ο Τζο Κρίσμας είναι ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, ένας άντρας με αμφίβολη φυλετική ταυτότητα, ο οποίος παλεύει με την καταγωγή, την ενοχή, τη βία και τον εαυτό του. Μεγαλωμένος σε ορφανοτροφείο, του αποδόθηκε η ιδιότητα του «νέγρου», χωρίς κάτι τέτοιο να ταιριάζει στην όψη του. Οι λεπτομέρειες της καταγωγής του είναι συγκεχυμένες και προέρχονται από τον αναξιόπιστο και εμμονικό παππού του, προς το τέλος του βιβλίου. Εμφανίζεται ξαφνικά στο φανταστικό Τζέφερσον και «είχε κάτι το προκλητικά νομαδικό πάνω του, λες και καμιά πόλη ή χωριό δεν ήτανε δικά του». Συνδέεται με την κ. Μπέρντεν, κόρη ενός δολοφονημένου ακτιβιστή που υποστήριζε το δικαίωμα ψήφου και την ελευθερία των μαύρων. Η σχέση τους φαίνεται ακραία σεξουαλική, αν και η Μπέρντεν του προσφέρει την ευκαιρία για συναισθηματική επαφή. Ο Κρίσμας, εγκλωβισμένος στη διαταραχή του διχασμού του, τη σκοτώνει και προσπαθεί χωρίς επιτυχία να διαφύγει.
Μπορεί στον Τζο Κρίσμας να περικλείεται όλη η δαιμονική ατμόσφαιρα του Νότου και το τραύμα του φυλετικού μίσους, ωστόσο ο πρώην εφημέριος Γκέιλ Χαϊτάουερ είναι η προσωπικότητα-σύμβολο με την απεριόριστη εμμονή σ’ ένα ένδοξο παρελθόν και την αδυναμία του να προσεγγίσει τις ιστορικές αντιφάσεις της κοινωνίας του Νότου. Εγκλωβισμένος στην ιστορία του θανάτου του παππού του κατά τον εμφύλιο, κηρύττει από τον άμβωνα χωρίς θρησκευτική πεποίθηση, ώσπου χάνει το εκκλησίασμά του. Ζει απομονωμένος στο Τζέφερσον, μετά την αυτοκτονία της συζύγου του, που οι έμμεσοι αφηγητές του Φόκνερ τού τη χρεώνουν ως τραγικό αποτέλεσμα της αδυναμίας του για αληθινή προσέγγιση και κατανόηση.
Ανάμεσα σ’ αυτούς τους πόλους στέκεται η Λένα Γκρόουβ. Φτάνει ξένη στο Τζέφερσον ψάχνοντας τον πατέρα του παιδιού που κυοφορεί. Μια ενσάρκωση της μητρότητας και της υπομονής. Συνδέει όλους τους ήρωες με την ανάγκη της για βοήθεια και προστασία. Το βιβλίο αρχίζει με τον ερχομό της από την Αλαμπάμα και τελειώνει με την πορεία της προς το Τενεσί, σαν να ολοκληρώνεται ένας ελπιδοφόρος κύκλος ζωής.
Μετά τον εμφύλιο πόλεμο, στον Νότο επικράτησε η φθορά, η πολιτισμική ήττα και η παρακμή κάθε αξίας. Ο Φόκνερ γράφει για τη γη του με τα υλικά που του προσφέρει αυτή, δηλαδή το αίμα, το χώμα και την παραφορά των συνειδήσεων. Είναι μια κοινότητα που δεν συγχωρεί τη διαφοροποίηση και αποκτηνώνει τύπους σαν τον Τζο Κρίσμας πριν τους οδηγήσει στην εν ψυχρώ εκτέλεση, φορτώνοντάς τους την αμαρτία του «μαύρου αίματος».
Ο Φόκνερ δημιούργησε ένα σπουδαίο και πολυσήμαντο μυθιστόρημα. Αν και δεν μπορεί να ερμηνευθεί χωρίς το ιστορικό υπόβαθρο του Νότου, τα θέματά του παραμένουν έως σήμερα συγκλονιστικά, γιατί αφορούν την ηθική ευθύνη εντός μιας κοινότητας όπου κυριαρχεί ο νόμος της βίας και η απουσία του Θεού.
Ο αποσυνάγωγος ιερέας Χαϊτάουερ προσπαθεί να βρει στη θεολογία ένα στήριγμα για την ύπαρξή του. Η ενορία του δεν τον ήθελε, γιατί δεν έβρισκε μέσα του κάτι ανθρώπινο, κάτι ζεστό που θα μπορούσε να εμπνεύσει την πίστη. Το πρόσωπό του είναι τραγικό και ηθικό συνάμα, γιατί σε μια εμβάθυνση που ο Φώκνερ αποδίδει με τον τρόπο ενός επιθανάτιου μονολόγου, αγναντεύοντας το φως του αυγουστιάτικου απογεύματος στο Τζέφερσον να χαμηλώνει όπως η πνοή του, αποδέχεται πως δεν υπήρξε ούτε καν πηλός, αλλά μόνο μια στιγμή εμμονής που αναζήτησε τη λύτρωση και τη συγχώρεση.
Από την άλλη, ο Τζο Κρίσμας κουβαλάει στίγματα και ενοχές ενός ολόκληρου ιστορικού και σκοτεινού παρελθόντος. Διχασμένος, εκτελεί πράξεις βίας σαν μια εξέγερση ενάντια στην ίδια του την ύπαρξη. Το λευκό ή το μαύρο αίμα του, «δεν έχει σημασία, διάλεξε όποιο θες», λέει κάποιος αφηγητής στο τέλος του βιβλίου, δεν τον άφηνε να σωθεί. Οπως ο Μερσό στον Ξένο του Καμί, πεθαίνει χωρίς μεταφυσική ελπίδα, εντός της τραγικής και αμετάκλητης σιωπής του Θεού.
