Σήμερα το «Ανοιχτό Βιβλίο» απαρτίζεται αποκλειστικά από επικείμενες εκδόσεις. Ο ιστορικός και συγγραφέας Ιάκωβος Ανυφαντάκης γράφει για το μυθιστόρημα του Ηλία Μαγκλίνη «Πρωινή γαλήνη» (Μεταίχμιο).
Επιμέλεια: Μισέλ Φάις
Στις 11 Νοεμβρίου 1950 αναχώρησε το πρώτο σμήνος ελληνικών αεροσκαφών για την Κορέα, τη «Χώρα της πρωινής γαλήνης». Λίγους μήνες αργότερα, με τη συμμετοχή και του πεζικού, θα σχηματιζόταν το Εκστρατευτικό Σώμα Ελλάδος στην Κορέα.
Οι Ελληνες αξιωματικοί και στρατιώτες πολέμησαν μαζί με τις δυνάμεις του απέναντι στον βορειοκορεατικό και τον κινεζικό στρατό έχοντας απώλειες 186 ννεκρούς και 566 τραυματίες. Η ανακωχή το 1953 με την επαναφορά των συνόρων σχεδόν στο ίδιο σημείο όπου ήταν πριν από την έναρξη των εχθροπραξιών, αλλά κυρίως η ανάφλεξη της σύρραξης στο Βιετνάμ λίγα χρόνια αργότερα, οδήγησε στο να λησμονηθεί η Κορέα και να χαρακτηριστεί «ξεχασμένος πόλεμος».
Εξήντα πέντε χρόνια μετά την αποστολή του πρώτου σμήνους, στις 11 Νοεμβρίου 2015, επιλέγει ο Ηλίας Μαγκλίνης να κυκλοφορήσει το μυθιστόρημά του «Πρωινή γαλήνη» από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Ο γεννημένος στην Κινσάσα του Κονγκό 45χρονος συγγραφέας είναι γνωστός και μέσα από την εξαιρετική στήλη του στην «Καθημερινή», τον «Κύριο γκρι», που σχολιάζει υπαινικτικά την πραγματικότητα ακροβατώντας μεταξύ ημερολογίου και κριτικής τέχνης.
Η «Πρωινή γαλήνη» είναι το τρίτο βιβλίο του μετά το «Σώμα με σώμα» (Πόλις, 2005) και την «Η ανάκριση» (Κέδρος, 2008). Ο Μαγκλίνης μέσα από το έργο του τόσο ως δημοσιογράφος όσο και ως συγγραφέας δείχνει μια ιδιαίτερη ευαισθησία σε ζητήματα στρατιωτικής ιστορίας, τραύματος και διαχείρισης του σώματος.
Κεντρικός ήρωας του βιβλίου είναι ο νεαρός Δημήτρης από τα Βοδενά, τη σημερινή Εδεσσα. Θαυμάζοντας τα αεροπλάνα που επιχειρούν κατά του Δημοκρατικού Στρατού, στον εμφύλιο, αποφασίζει να γίνει πιλότος.
Οταν αποτυγχάνει κατά τη δοκιμαστική πτήση που κάνει στην Αμερική και αναγκάζεται να αφήσει τη σχολή Ικάρων δημιουργείται μέσα του ένα τραύμα που προσπαθεί ανεπιτυχώς να θεραπεύσει με την κατάταξή του στη σχολή Ευελπίδων. Λίγο καιρό μετά την αποφοίτησή του ακολουθεί εθελοντικά το εκστρατευτικό σώμα στην Κορέα. Παράλληλα, ο αναγνώστης παρακολουθεί την πορεία του Δημήτρη προς την ερωτική ενηλικίωση.
Είναι τα δύο πεδία στα οποία ένας νεαρός μπορεί να αποδείξει τον ανδρισμό του στη μεταπολεμική κοινωνία, μέσα από τις ερωτικές επιτυχίες του και τον ηρωισμό του στη μάχη. Εδώ εισάγεται και το σημαντικότερο εύρημα στο βιβλίο του Μαγκλίνη: ο Δημήτρης είναι θαρραλέος, αλλά το σώμα του τον προδίδει χωρίς να μπορεί να καταλάβει γιατί. Υποφέρει από αυτό που θα ονομάζαμε σήμερα κρίσεις πανικού, τις οποίες, όμως, αδυνατεί να αντιμετωπίσει σε ένα περιβάλλον όπου το σώμα οφείλει να υπακούσει στις εντολές του νου.
Ο Μαγκλίνης επαναφέρει στο προσκήνιο τον ξεχασμένο πόλεμο επιχειρώντας να τονίσει τον ηρωισμό και τις απώλειες του ελληνικού στρατού εκεί. Κυρίως, όμως, η αφήγησή του τολμάει μια πολιτικά ανορθόδοξη, προκλητική προσέγγιση στο ζήτημα του ανδρισμού και του πολέμου.
Ο νεαρός αξιωματικός δεν φοβάται τη μάχη, αλλά τη βλέπει ως πεδίο καταξίωσης και επαγγελματικής εξέλιξης. Οσο είναι άκαπνος ζηλεύει τους συναδέλφους του που έχουν την εμπειρία της μάχης στον εμφύλιο, ανυπομονεί να αρπάξει την ευκαιρία για να πολεμήσει στην Κορέα, υποδέχεται με ανακούφιση την είδηση ότι ο πόλεμος εκεί κλιμακώνεται.
«Προς μεγάλη του ανακούφιση όμως έβλεπε ότι ο πόλεμος κλιμακωνόταν, καθώς σχεδόν ταυτόχρονα με την αναχώρηση της αρχικής ελληνικής αποστολής, τον Νοέμβριο, ήρθαν τα πρώτα ρεπορτάζ στις εφημερίδες για το μισό εκατομμύριο Κινέζων που περικύκλωσε αμερικανικές μεραρχίες πεζικού και πεζοναυτών στη Βόρεια Κορέα, στα σύνορα με την Κίνα, που σήμαινε πως ο πόλεμος έπαιρνε τώρα απροσδόκητες διαστάσεις. Κάποιοι μίλησαν ξανά για νέα παγκόσμια σύρραξη, μα λίγοι πίστεψαν σε μια τέτοια πιθανότητα».
Ο εμφύλιος, η μετεμφυλιακή πραγματικότητα, η τύχη των κομμουνιστών που βρέθηκαν στην εξορία δημιουργούν το περιβάλλον εντός του οποίου κινούνται οι χαρακτήρες του βιβλίου. Ο Δημήτρης, νεαρός αξιωματικός που φοβάται ότι η ύπαρξη ενός αντάρτη θείου μπορεί να καταστρέψει την καριέρα του, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα εθνικόφρονα.
Η «Πρωινή γαλήνη» ίσως αποτελέσει προπομπό μιας νέας κίνησης στον χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας, της συνειδητής υπεράσπισης των νικητών του εμφυλίου, ειδικά δε αν τη δούμε στο πλαίσιο του σύγχρονου δημόσιου διαλόγου αλλά και της προσπάθειας για την επαναφορά παλαιότερων ιστοριογραφικών απόψεων. Αναγνωρίζει τις ακρότητες και των δύο πλευρών, την ύπαρξη τόσο ιδεολόγων όσο και υποκριτών αμφίπλευρα, αλλά δεν εξιδανικεύει τον κόσμο του βουνού, αναζητώντας τους ήρωες του βιβλίου στο στρατόπεδο της κυβερνητικής πλευράς.
