Με τον αγγλόφωνο αλλά κατανοητό τίτλο: Reconnecting… και τον επεξηγηματικό υπότιτλο: εκτός σύνδεσης, γίνεται προσπάθεια επανασύνδεσης… κυκλοφόρησε το καινούργιο βιβλίο της Δέσποινας Μπάτρη. Θέμα του, επίκαιρο αλλά και καίριο: η εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση στα χρόνια της κρίσης, καθώς και η αναζήτηση σκοπού και ταυτότητας από τους ήρωές της, που ψάχνουν, ψάχνονται και αναζητούν το έρμα τους.
Η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη με μετακίνηση σε δύο τόπους, σ’ ένα ελληνικό ορεινό χωριό και σε μια πόλη της βόρειας Ευρώπης. Μια Αθηναία, η Αριάδνη (έχοντας αφήσει πίσω σύζυγο και δύο παιδιά, αγόρι και κορίτσι στην προεφηβεία, σε χώρα της βόρειας Ευρώπης, χωρίς κανένα εχέγγυο ότι θα ξαναγυρίσει) βρίσκεται στην Ελλάδα, σε απομονωμένη ορεινή ταβέρνα, που έχει ως έμβλημα το κεφάλι ενός λύκου, και πασχίζει να λυτρωθεί από τις φοβίες, που της είχε δημιουργήσει το συναπάντημά της, στην πόλη, με έναν τσέχικο λύκο, διασταύρωση λύκου με σκύλο.
Ο αστροφυσικός άνδρας της, Γιώργος, μετανάστης στον Βορρά, σε θέση αδιάφορη, ονειρεύεται υψηλά πετάγματα, αντίστοιχα των προσόντων του, σε χώρες μακρινές και περιμένει εναγωνίως ένα μέιλ, με το οποίο διεθνείς εταιρείες ή ένα μεγάλο ερευνητικό κέντρο θα τον καλέσουν, αναγνωρίζοντας την αξία του.
Ενα άλλο ζευγάρι ο ταβερνιάρης Βαγγέλης και η ταβερνιάρισσα Κική, που άφησαν την πόλη και γύρισαν στο πατρογονικό χωριό να ανοίξουν επιχείρηση. Μια ταβέρνα, με έναν μικρό ξενώνα επάνω, για τους εκδρομείς που έρχονταν να επισκεφτούν το δάσος. Εχουν κι αυτοί δυο δεκάχρονα αγόρια.
Ενδιαφέρουσα η αφηγηματική εναλλαγή, που εστιάζει άλλοτε στον έναν, άλλοτε στον άλλον πρωταγωνιστή και άλλοτε σε διασταυρούμενων συνδυασμών ζευγάρια. Η συγγραφέας προσθέτει νέα κάθε φορά στοιχεία που δένουν την πλοκή και προωθούν την εξέλιξη. Συχνά η αφήγηση δημιουργεί αναμονές και αποζημιώνει με εκπλήξεις.
Κάποτε οι άνθρωποι αντιδρούν σαν ζώα, οικειοποιούμενοι τρόπους και αντιδράσεις εκείνων. Ο ταβερνιάρης νιώθει λύκος που γύρισε από την πόλη στο βουνό, για να βρεθεί σε οικείο περιβάλλον. Το δικό του τραύμα είναι ένας λύκος που σκότωσε κάποτε και που το λευκό του κρανίο κοσμεί την ταβέρνα.
Η Μπάτρη χρησιμοποιεί πολλά από τα κλειδιά και τις τεχνικές του προηγούμενου, πρώτου της, βιβλίου Ή όλοι ή κανείς: Αλυσιδωτή πλοκή της αφήγησης, κυριαρχία του δυαδικού στοχασμού, αρχιτεκτονικά δομημένη γραφή, επαναλήψεις μοτίβων που δένουν εσωτερικά την αφήγηση. Εντυπωσιακή εναλλαγή συναισθημάτων που καθορίζουν τη στάση των ηρώων: θλίψη, πόνος, τρόμος, δέος, οργή, απόγνωση, κόπωση, μίσος, ταραχή, μοναξιά, ανασφάλεια, οίκτος, αποτροπιασμός, αλλά και αγάπη, τρυφερότητα, στοργή.
Ακόμη και στο βάθος του θέματός της, όπως και στο πρώτο της βιβλίο, θα βρούμε το «μεγάλο ναι ή το μεγάλο όχι» που πρέπει να πει κάποιος στη ζωή του.
Ενδιαφέρουσα μορφή η ρακοσυλλέκτρια και ο παραλληλισμός σκουπιδιών και αρχείων.
Το ίδιο ενδιαφέρουσα είναι η καρακάξα Πίκα, που ζει στο σπίτι των μεταναστών του βορρά και συντροφεύει τη ζωή τους. Ποιος άραγε να είναι ο συμβολισμός της καρακάξας ως οικόσιτου πουλιού; Συνδέεται με τον λύκο που μεταφερμένος στην πόλη, σε συνθήκες εγκλεισμού, γίνεται σκύλος; Μήπως και τα δύο θέλουν να μας υπενθυμίσουν τις ανατροπές που έχει επιφέρει ο άνθρωπος στη φύση, παραβλέποντας ότι στο τέλος τον ίδιο και τη ζωή του απειλούν;
Κεντρική θέση στο μυθιστόρημα κατέχει το κρανίο του λύκου. Μαζί με τον λύκο πάει και το μικρό λυκάκι που στέκεται απέναντι από τους δύο πρωταγωνιστές και τους κοιτά ερευνητικά. Ο λύκος, παγκόσμιο αρχετυπικό σύμβολο, ως αντιπρόσωπος του φωτός, συνδέεται τόσο με τη γνώση όσο και με την αυτογνωσία, την αυτογνωσία που αναζητά η Αριάδνη.
Ενα άλλο θέμα του βιβλίου, εκτός από την αναζήτηση της ταυτότητας και τον επαναπροσδιορισμό της ζωής του καθενός, είναι ο ορισμός και ο καθορισμός της πατρίδας.
Παρ’ ότι το τέλος, που κλείνει με τα παιδιά και την καρακάξα Πίκα, έρχεται κάπως ξαφνικά, έχει ιδιαίτερη σημασία το ότι τα παιδιά για άλλα μεριμνούν και τυρβάζουν, απ’ ό,τι φροντίζουν οι γονείς. Δεν θα το προδώσω για να μη νοθεύσω την αναγνωστική απόλαυση.
