Και σήμερα το «Ανοιχτό Βιβλίο» διάβασε και σας προτείνει: O ποιητής Γιάννης Δούκας (τον καλωσορίζουμε στη συντροφιά μας) για το ποιητικό βιβλίο του Γ.Χ. Ωντεν «Πένθιμο Μπλουζ και άλλα ποιήματα» (Κίχλη, μτφρ. Ερρ. Σοφράς) Μ.Φ.
Στη δική μας, τουλάχιστον, γενιά, που, μόλις ξεφεύγαμε από την οικιακή ακτινοβολία της τηλεόρασης, κύριο παράθυρο στον κόσμo είχαμε τον κινηματογράφο, η ποίηση του «splendid bugger» Γ. Χ. Ωντεν (1907-1973) έφτασε πρώτα με τη βαριά σκοτσέζικη προφορά του ηθοποιού Τζον Χάνα, ως επικήδειος μονόλογος στη ρομαντική κομεντί του Μάικ Νιούελ Τέσσερις γάμοι και μια κηδεία (1994): youtu.be/DDXWclpGhcg.
Το ποίημα εκείνο, το «Πένθιμο Μπλουζ», δίνει τον τίτλο του και στην κομψή και προσεγμένη έκδοση της «Κίχλης», που περιέχει δώδεκα ποιήματα του Ωντεν, επιλεγμένα και μεταφρασμένα από τον Ερρίκο Σοφρά. Προτάσσεται ένα ολιγοσέλιδο σημείωμα του μεταφραστή, που τοποθετεί τον Ωντεν στην εποχή του και παρουσιάζει μια σαφή, εμπεριστατωμένη εικόνα για τη ζωή και το έργο του.
Ακολουθούν επεξηγηματικές και βιβλιογραφικές παρατηρήσεις για τα ποιήματα, και το ίδιο το κείμενο, πρώτα η μετάφραση κι έπειτα το πρωτότυπο. Το βιβλίο κλείνουν μερικές φωτογραφίες από τη ζωή του Ωντεν, καλύπτοντας την περίοδο από το 1928 έως το 1960.
Καθώς τις παρατηρούμε, σημειώνουμε την αντίστιξη ανάμεσα στις προπολεμικές και τις μεταγενέστερες. Στις πρώτες κοιτάζει τον φακό συγκαταβατικά, ενδεχομένως και λίγο αλαζονικά, δανδής και σαν ενσαρκωμένος Μεσοπόλεμος: κοσμοπολίτης, ταξιδιώτης, πειραματιστής, συλλέκτης εμπειριών, συντονισμένος με τις τάσεις του καιρού του. Στις άλλες, σημαδεμένος απ’ τον χρόνο, βαθιά ρυτιδωμένος. Το βλέμμα του διαπεραστικό, το πρόσωπό του σαν το ξερό, σκασμένο χώμα μιας αποξηραμένης λίμνης: γνώση, εμπειρία, κακουχία.
«Απατρις και οικουμενικός», όπως τον αποκαλεί ο Σοφράς, «πατριώτης τού κάπου αλλού» («patriot of elsewhere»), θα προσθέταμε, με βάση τον αυτοπροσδιορισμό του συγγραφέα Τζον Μπέρτζερ (όπως τον διασώζει σε συνέντευξή του ο Κόλουμ ΜακΚαν), φυγάς ή πρόσφυγας του Δευτέρου Παγκοσμίου, ο Ωντεν άφησε πίσω του ένα ευρύτατο και πολύμορφο έργο και αναγνωρίστηκε ως μια από τις σημαντικότερες φωνές της αγγλόφωνης ποίησης του 20ού αιώνα, κεντρική φυσιογνωμία της γενιάς που διαδέχτηκε τον Ελιοτ στα αγγλικά γράμματα.
Με σημαντικό θεωρητικό υπόβαθρο, που αναδεικνύεται και στο πλούσιο δοκιμιακό του έργο, αλλά και εξοικείωση με αυτό που θα αποκαλούσαμε κοινή, λαϊκή χρήση της γλώσσας, ανεπιτήδευτα απλός και γενναία συνδυαστικός, πολύ προτού τέτοιες συνάψεις καταστούν δεδομένες και αυτονόητες, ο Ωντεν είναι ταυτόχρονα ερωτικός, πολιτικός και φιλοσοφικός. Κατά κανόνα, εκφράζεται έμμετρα, γράφει όμως και σε ελεύθερο στίχο. Αντλεί από την αρχαιότητα, συνομιλεί και με το μπλουζ.
Από τα τετρακόσια ποιήματα των Απάντων του, δημοσιεύσεις τεσσάρων δεκαετιών, θα βρούμε εδώ κυρίως ποιήματα γραμμένα στα τέλη του Μεσοπολέμου (1934-1940), οκτώ από αυτά προερχόμενα από τη συλλογή Μια άλλη φορά (Another Time, 1940), τη θεωρούμενη και ως σημαντικότερή του.
Αν και δεν είναι, φυσικά, δυνατόν να δοθεί μια συνολική εικόνα του ποιητικού του προσώπου μέσα από μια τόσο σύντομη ανθολογία –σημαντικό, εξάλλου, μέρος του αποτελούν ορισμένα εκτενέστερα ποιήματα, μεγαλύτερες συνθέσεις, που δεν εκπροσωπούνται εδώ–, οι ορθές επιλογές του Σοφρά λειτουργούν ως επαρκής δειγματοληψία των μορφικών αναζητήσεων και θεματικών αξόνων του Ωντεν και αναδεικνύουν το ζητούμενο να υπάρξει στο μέλλον συστηματικότερη μεταφραστική εργασία πάνω στο έργο του.
Προς το παρόν, οι μόνες καταγραφές που υπάρχουν, σε μορφή αυτοτελών βιβλίων, είναι μια συγκεντρωτική έκδοση σε μετάφραση Αντώνη Δεκαβάλλε (Ποιήματα, Κέδρος, 2002) και το φυλλάδιο που προηγήθηκε της παρούσας έκδοσης (Πένθιμο Μπλουζ. Στη μνήμη του Γ. Μπ. Γέητς, Το Ροδακιό, 2012), ενώ έχει δημοσιευτεί πρόσφατα και μια επιλογή δοκιμίων του, σε μετάφραση Ελένης Πιπίνη (Ο ποιητής και η πολιτεία, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2012).
Είχαν προηγηθεί ο Γιώργος Σεφέρης, στις Αντιγραφές του (Ικαρος, 1965), με τα ποιήματα «Musée des Beaux Arts» και «Ισπανία 1937», και ο Κλείτος Κύρου, με εννέα ποιήματα στο περιοδικό Διαγώνιος 2.4 (Ιανουάριος – Απρίλιος 1973).
Ο Σοφράς, που έχει στο –πρόσφατο– ενεργητικό του σημαντικές και επαινεμένες μεταφράσεις (Σάντρο Πέννα, Εμιλι Ντίκινσον, καθώς και Τα Ανθη του Κακού του Μπωντλαίρ), κατορθώνει να αποδώσει πειστικά το ύφος του Ωντεν, ακόμη και όταν δοκιμάζεται στη διαγλωσσική μεταφορά του έμμετρου στίχου.
Τα ποιήματα καλύπτουν ποικίλες επικράτειες, όπως την προσωπογραφική επίσκεψη και απόδοση τιμής σε ποιητικούς προπάτορες (Ρεμπώ, Γέητς), τον έρωτα ως απώλεια, επιθυμία ή τρυφερό παιχνίδισμα, το πολιτικό σχόλιο, αλληγορικό ή ευθέως στρατευμένο, και τον στοχασμό για τ’ ανθρώπινα.
Τελικά, ο Ωντεν, μέσα από αυτή την έκδοση, μας γίνεται πιο οικείος. Κατορθώνουμε να τον δούμε, έστω φευγαλέα, έστω και με καθυστέρηση, και να συναισθανθούμε πόσο επίκαιρος και πολύτιμος είναι ένας ποιητής των δικών του χαρακτηριστικών, με τη μορφική αναζήτηση, τη χειρωνακτική του στίχου, τη δίχως ευκολίες κι απλουστεύσεις στράτευση.
Ο Γιώργος Σεφέρης, εμπνεόμενος από το «Musée des Beaux Arts» (όπου με τη σειρά του ο Ωντεν συνομιλούσε με τον Πέτερ Μπρέγκελ), γράφει στο «Θερινό Ηλιοστάσι», Β΄, των Τριών Κρυφών Ποιημάτων: «Ενιωσες το πυκνό βάρος του χορευτή/ να πέφτει στο ποτάμι του καιρού—/ το φοβερό παφλασμό». Και να, λοιπόν, που ο πλαφλασμός αυτός φτάνει μέχρις εμάς.
