Κατρίν Καρυπίδου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η λογοτεχνία με χώρα προέλευσης την αχανή καναδική επικράτεια καθιερώθηκε στη συνείδηση του ελληνικού αναγνωστικού κοινού μόλις το 2013, όταν η Σουηδική Ακαδημία απένειμε το Βραβείο Νόμπελ στην αγγλόφωνη διηγηματογράφο Αλις Μονρό.

Αρκετά νωρίτερα, η μετάφραση στα ελληνικά αρκετών από τα έργα της διασημότερης Καναδής πεζογράφου και δοκιμιογράφου Μάργκαρετ Ατγουντ θα διεύρυνε τις προσλήψεις μας για την ειρηνική αρκτική εσχατιά της βόρειας Αμερικής, πέρα από τα συνήθη πολιτισμικά στερεότυπα.

Βραβευμένες με πολυάριθμες διακρίσεις υψηλών λογοτεχνικών αξιώσεων, όπως το Βραβείο Μπούκερ και τα σημαντικότερα καναδικά κρατικά βραβεία λογοτεχνίας, οι δύο γυναίκες θα εκπροσωπήσουν επάξια τη λογοτεχνία του τόπου τους, ξεπερνώντας σε εμπορική και καλλιτεχνική αξία τους άρρενες ομοτέχνους τους.

Στην εμπροσθοφυλακή της καναδικής λογοτεχνίας έρχεται να προστεθεί ακόμη μία γυναικεία λογοτεχνική φωνή, η Γκαμπριέλ Ρουά, εκ μέρους της γαλλόφωνης γλωσσικής μειονότητας. Γεννημένη το 1909 στην καναδική πολίχνη Σεν-Μπόνιφας, στην αγγλόφωνη επαρχία της Μανιτόμπα, η Ρουά διαμορφώνει με την πένα της ένα ιδιαίτερο είδος γραφής, που θα ακολουθήσουν με σεβασμό και οι επίγονοί της, Μονρό και Ατγουντ.

Μολονότι δεν έχει περιβληθεί με το κύρος διεθνών λογοτεχνικών βραβείων, όπως οι συμπατριώτισσές της, η Ρουά χαίρει ευρύτατης αποδοχής και υψηλής εκτίμησης για το λογοτεχνικό της έργο, το οποίο κυριαρχείται θεματολογικά από μικρές ιστορίες της καθημερινότητας, στις οποίες πραγματεύεται τη φτώχεια, την κοινωνική αδικία, την απομόνωση, τις ελπίδες και τα όνειρα της εργατικής τάξης.

Στα ελληνικά μεταφράζεται δεύτερη φορά έργο της, επιλεγμένο και αυτό από την όψιμη θεματολογική περίοδο της συγγραφέως, κατά την οποία στρέφεται ενδοσκοπικά στις αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας και στον γενέθλιο τόπο. Επτά χρόνια μετά τις «Ιστορίες από την Οδό Ντεσαμπώ», ο Φοίβος Ι. Πιομπίνος μεταφράζει αριστουργηματικά και με αξιοσημείωτη προσοχή και σεβασμό απέναντι στη γαλλική ντοπιολαλιά τη συλλογή «Ο δρόμος για το Αλταμόν».

Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι το πρωτότυπο έργο απαρτίζεται από τέσσερις αφηγηματικές ενότητες, ωστόσο η σκόπιμη μεταφραστική παράλειψη μιας εκ των τεσσάρων δεν διαταράσσει επ’ ουδενί την οργανική και νοηματική αλληλουχία του βιβλίου. Η επισήμανση αυτή κρίνεται βάσιμη καθώς «Ο δρόμος για το Αλταμόν» συνιστά επί της ουσίας ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα, ένα έργο εν προόδω, καθώς παρακολουθούμε σε γραμμικό χρονολογικό άξονα θραύσματα από την ενηλικίωση της ηρωίδας Κριστίν.

Σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, με εμφανή τα αυτοβιογραφικά στοιχεία, η Ρουά παραθέτει μια μυθοπλαστική αναπαράσταση ή μετάπλαση αναμνήσεων αντλημένων από την παιδική της ηλικία στην ατελείωτη πεδιάδα της Μανιτόμπα, εκεί που δεν βρίσκεται κανένα μνημείο ή τοπόσημο για να καθοδηγήσει τον ταξιδιώτη.

Η ποιητική του καναδικού τοπίου σε μια χώρα δίχως μυθολογία, εκεί που το τοπίο κοιτάζει τον ήλιο μέσα σε μια απέραντη σιωπή, περιβάλλει με την άλω της τον γενέθλιο τόπο και τα γεγονότα που θα αποτελέσουν αργότερα πολύτιμες αναμνήσεις για τη μικρή Κριστίν. Με κυρίαρχο αφηγηματικό πλοηγό τη ροή συνείδησης, η αφηγήτρια περιγράφει με θερμή νοσταλγία σκέψεις, συναισθήματα, εντυπώσεις, αντικείμενα, τόπους, οικεία πρόσωπα που αγάπησε και τη σημάδεψαν διά βίου.

Στην «Παντοδύναμη γιαγιά μου» ο κυκλικός χρόνος της επαρχίας και η αέναη επανάληψη της καθημερινότητας δεν μπορούν να ικανοποιήσουν τη ζωντάνια και την υπερκινητικότητα της μικρής Κριστίν, ώσπου το μικρό θαύμα που θα της προσφέρει η γιαγιά της θα συγκινήσει και θα ενθουσιάσει αναπάντεχα τη μικρή εγγονή, που θα αναγορεύσει τη γιαγιά της σε επιτόπια θεότητα. Οι διαγενεακές σχέσεις θα αναδειχθούν και στην επόμενη νουβέλα με τίτλο «Ο γέρος και το κοριτσάκι».

Ο ηλικιωμένος σοφός οικογενειακός φίλος θα προσφέρει στην, λίγο μεγαλύτερη πια, Κριστίν την εμπειρία ενός ταξιδιού σε ένα από τα φυσικά τοπόσημα της καναδικής ενδοχώρας, τη Λίμνη Γουίνιπεγκ. Ο στοχασμός πάνω στη νεότητα και το γήρας, οι σκέψεις γύρω από τη ζωή και τον θάνατο, την απόδραση και το όνειρο, θα συντελέσουν στην ωρίμανση της νεαρής Κριστίν. Στην τελευταία νουβέλα, που είναι ομώνυμη του τίτλου, η Κριστίν είναι πια έτοιμη να ανοίξει τα φτερά της.

Ο δρόμος προς το Αλταμόν θα σηματοδοτήσει την επιστροφή στη γενέθλια γη για τη μητέρα της, αλλά και την αφετηρία προς το γοητευτικό άγνωστο για την Κριστίν.

Ο μικρός, ανεξάρτητος εκδοτικός οίκος «Θίνες» παρουσιάζει σε μια εξαιρετικά καλαίσθητη και προσεγμένη έκδοση στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό ένα πολύ συγκινητικό δείγμα μετα-αποικιακής γραφής. «Ο δρόμος προς το Αλταμόν», που εκδόθηκε για πρώτη φορά στα γαλλικά το 1966, διατηρεί αναλλοίωτη τη φρεσκάδα του και η ανάγνωσή του συνιστά, αναμφίβολα, μια καταφυγή προς έναν κόσμο θαλπωρής και ουτοπίας.