Τον σημαντικό γαλλόφωνο συγγραφέα Εμανουέλ Μποβ (1898-1945) μας συστήνουν, με την έκδοση του δεύτερου μυθιστορήματός του, Αρμάν, οι εκδόσεις Καστανιώτη. (Είχε προηγηθεί η έκδοση του πρώτου και ίσως πιο γνωστού μυθιστορήματος του Μποβ, Οι φίλοι μου, από τις εκδ. Ομβρος το 1988, που ετοιμάζεται να επανεκδοθεί από τις εκδ. Καστανιώτη.)
Ο Μποβ, που τη δεκαετία του ’20, μετά τη δημοσίευση των δύο αυτών πρώτων βιβλίων του, έτυχε θερμής υποδοχής από τους λογοτεχνικούς κύκλους της Γαλλίας, παρότι συνέχισε να γράφει ανελλιπώς, μετά τον πρόωρο θάνατό του περιέπεσε σε λήθη. Το έργο του ανακαλύφθηκε εκ νέου στη Γαλλία στα τέλη της δεκαετίας του ’70, ενώ στη Γερμανία έγινε γνωστό μέσα από τις μεταφράσεις του Πέτερ Χάντκε, ο οποίος στις αρχές τις δεκαετίας του ’80 μετέφρασε τρία βιβλία του Μποβ, μεταξύ των οποίων και το Αρμάν. Στους δηλωμένους θαυμαστές της γραφής του Μποβ συγκαταλέγονται, εκτός από τον Χάντκε, και η Κολέτ (που ήταν αυτή που τον ανέδειξε), ο Ρίλκε, ο Μπέκετ και ο Αμερικανός ποιητής Τζον Ασμπερι.
Στο παρόν μυθιστόρημα παρακολουθούμε έξι μέρες από τη ζωή του Αρμάν, ενός γνήσιου αντιήρωα, που το όνομά του δεσπόζει στον τίτλο του βιβλίου. Η αφήγηση των έξι ημερών αποτελεί το χρονικό μιας πτώσης, που εκκινεί από τη συνάντηση του Αρμάν με τον παλιό του φίλο, Λουσιέν, και καταλήγει στον χωρισμό του από τη σύντροφό του, Ζαν.
Εντέχνως συνδυάζεται η υπαρξιακή με την κοινωνική διάσταση της πτώσης: ο Αρμάν, που, σε αντίθεση με τον Λουσιέν, είχε καταφέρει να ξεφύγει από τη φτώχεια και τη μοναξιά, μέσω της σχέσης του με μια μεγαλύτερή του γυναίκα, τη Ζαν, η οποία τον συντηρούσε οικονομικά, επιστρέφει μετά τον χωρισμό στον πρότερο φτωχό και δυστυχισμένο του βίο. Ελάχιστα γεγονότα συμβαίνουν στις σελίδες του βιβλίου και, παρόλο που έχει κανείς την αίσθηση ότι παρακολουθεί έναν μηχανισμό που ετοιμάζεται να εκραγεί, το περίγραμμα της δράσης είναι χαλαρό, η πλοκή σχηματική. Το βάρος μετατίθεται αλλού: στην αντανάκλαση της δράσης μέσα στο βλέμμα του κεντρικού ήρωα και πρωτοπρόσωπου αφηγητή του μυθιστορήματος.
Εχουμε να κάνουμε εδώ με ένα πραγματικά κοφτερό βλέμμα, μια οξυμένη παρατηρητικότητα, που εστιάζει σε πολύ μικρές λεπτομέρειες, συλλαμβάνει ακόμη και τις πιο ανεπαίσθητες εκφράσεις ή αντιδράσεις των άλλων, τις αποτυπώνει με απαράμιλλη ευκρίνεια και τις μεγεθύνει, θυμίζοντας την τεχνική του γκρο πλαν στον κινηματογράφο.
Εχουμε να κάνουμε, επιπλέον, με μια αλληλεπίδραση μεταξύ των προσώπων που βασίζεται κυρίως σε βλέμματα, κινήσεις, χειρονομίες, σιωπές και μισές κουβέντες, που επενδύονται φυσικά με τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις εικασίες και τις ερμηνείες του Αρμάν: «Για να μη με κατηγορήσει ότι είχα αλλάξει, προσπάθησα να ξαναβρώ τους παλιούς συνεσταλμένους και ατσούμπαλους τρόπους μου. Ενιωθα ντροπή για το ζεστό παλτό μου και προπαντός για τη μεταξωτή γραβάτα μου. Προσποιήθηκα ότι δεν δίνω δεκάρα για τα ρούχα μου και, όταν κάτι έσταξε στο πανωφόρι μου, δεν καθάρισα τον λεκέ».
Παρά τις λεπτές αποχρώσεις του ψυχισμού του Αρμάν, που αναδύονται διαρκώς μέσα από την ακριβόλογη γραφή του Μποβ (η οποία αποδόθηκε άρτια στα ελληνικά από τον μεταφραστή Φοίβο Μπότση) τα κίνητρα της δράσης του παραμένουν άγνωστα. Ετσι, όλες αυτές οι λεπτομέρειες που συσσωρεύονται μοιάζουν να επιτελούν έναν διπλό ρόλο: να αποκαλύπτουν και ταυτόχρονα να συγκαλύπτουν.
Συστηματικά καλλιεργεί ο συγγραφέας μια αμφισημία, μέσα από την αντίφαση μεταξύ σκέψης και πράξης, ξαφνικές αναλαμπές συνειδητοποίησης, απότομες μεταστροφές και μεταπτώσεις. Υπάρχει στο μυθιστόρημα μια καταστατική αδιαφάνεια των χαρακτήρων –τόσο του Αρμάν όσο και των άλλων προσώπων, που φιλτράρονται μέσα από το υποκειμενικό βλέμμα του αφηγητή– η οποία φτάνει ώς το σημείο της παρανόησης: τα πρόσωπα του βιβλίου αδυνατούν να κατανοήσουν το ένα το άλλο, με τον ίδιο τρόπο που δεν μπορούν να γίνουν εντελώς κατανοητά στους αναγνώστες.
Η αδιαφάνεια (που δεν εκπίπτει ποτέ σε θολούρα) συμβάλλει με τη σειρά της στη δημιουργία ενός κλίματος ανησυχίας, το οποίο ολοένα εντείνεται και μέσα στο οποίο συνυφαίνονται το ρεαλιστικό και το παράδοξο, το τραγικό και το κωμικό. Πρόκειται, εν κατακλείδι, για μια λεπταίσθητη και συγχρόνως στιβαρή γραφή μοντερνιστικής πνοής, η οποία παραμένει σήμερα –έναν αιώνα μετά από τη δημιουργία της– εξίσου καθηλωτική.
