Από τη στιγμή που η Ευτυχία Παναγιώτου εμφανίστηκε στην ελληνική ποίηση, το 2007, με τη συλλογή Μέγας κηπουρός, η γραφή της προοιωνιζόταν μια ιδιαίτερη φωνή, ως προς το ύφος, τη γλώσσα και τη θεματολογία, πράγμα το οποίο έγινε σαφέστερο στα επόμενα βιβλία της (Μαύρη Μωραλίνα, Κέδρος, 2010, Χορευτές, Κέδρος, 2014). Εννέα χρόνια μετά την τελευταία της ποιητική συλλογή, η ποιήτρια επέστρεψε με ένα βιβλίο που αναδεικνύει τόσο τη διαχρονία των προβληματισμών της όσο και την ανανέωση του υλικού της.
Οι Μύθοι για το τέλος του κόσμου, όπως αναδεικνύει και ο τίτλος, αρδεύονται από μια ποιητική παράδοση που αφομοιώνει το «μυθικό» στοιχείο, δηλαδή τόσο το στοιχείο της αφηγηματικότητας και του «ιστορείν» μέσα στον ποιητικό λόγο όσο και την επανασύνδεση με τα αρχέτυπα που διαπερνούν τις μυθολογίες, τους θρύλους, τις δοξασίες, φωτίζοντας τη φύση του κόσμου και του ανθρώπου.
Από την άλλη πλευρά, η αναφορά στο τέλος του κόσμου μπορεί να ανακαλεί στον νου μας μια μακρά παράδοση περί συντελειών και εσχατολογιών που απαντώνται σε όλους τους χρόνους και τους τόπους, αλλά στο βιβλίο το «τέλος» αυτό λαμβάνει μια ιδιαίτερη διάσταση που καθορίζεται ήδη στην αρχή του βιβλίου: «Ολα επικλήσεις ανθρώπων προς ανθρώπους· όσων είδαν το τέλος ενός κόσμου όπως τον ήξεραν. Τα τεκμήρια μεταφέρονται εδώ, σε νέο τόπο (locus), από ξένο χέρι». Τα ποιήματα λοιπόν του βιβλίου ανασυνθέτουν ιστορίες ανθρώπων που βλέπουν τον κόσμο τους να τελειώνει, είτε πρόκειται για έναν κόσμο προσωπικό-εσωτερικό είτε για έναν κόσμο που απλώνει τα νήματά του σε ένα πλαίσιο κοινωνικό-ιστορικό.
Είναι αξιοσημείωτο πώς στα ποιήματα αξιοποιούνται τα σύμβολα ανασύστασης-έκδοσης σπαραγματικών κειμένων: έτσι ο αναγνώστης αναστοχάζεται περί της εκ φύσεως αποσπασματικότητας της γνώσης και της υποκειμενικότητας της ματιάς του ερμηνευτή, καθώς και περί της απώλειας της απόλυτης αλήθειας που συνεπάγεται η προσπάθειά μας να ανασυνθέσουμε όσα χάνονται στον χρόνο, όσα μεταφέρονται από στόμα σε στόμα και από γραφή σε γραφή. Κι όμως αυτή η αναπόδραστη απώλεια πυροδοτεί τον στοχασμό και τη συγκίνηση. Ακόμη κι αν είναι όλα (ή σχεδόν όλα) χαμένα, εμείς οι άνθρωποι, τα όντα της μνήμης και της γνώσης, θα σκάβουμε, θα φέρνουμε στο φως, θα πεθαίνουμε αναζητώντας.
Ετσι, μέσα στο βιβλίο διαβάζουμε και ανασυνθέτουμε τις διηγήσεις βίαιων θανάτων, καταραμένων ερώτων, λησμονημένων ονείρων, εμμονικών μεγαλοφυών, αιώνιων κοριτσιών, νεκρών που επιστρέφουν, λόγων ποιητών που επιστρέφουν σε νέες «πατρίδες», απωλειών που δεν θα πάψουν ποτέ να μας πονούν, ερωτημάτων που διαρκώς αναζητούν απάντηση: «Ποιον νεκρό μνημονεύω τώρα. / Οταν θυμάμαι έναν, τους θυμάμαι όλους. / Είδωλα που συνωστίζονται στον ερημότοπο. / Σε ποιο χρόνο, δεν ξέρουν. Ποια όχθη;» («Μυστική διαδρομή»)
Μέσα σε αυτά και άλλα θέματα που διατρέχουν τις «ιστορίες» του βιβλίου, θεωρώ πως τρεις είναι οι αρμοί που διατρέχουν το σύνολο: η φύση του θανάτου, η φύση του χρόνου, το σώμα και η γλώσσα ως δίαυλοι προς τον κόσμο και προς τον εσώτερο εαυτό μας. Σαν να καλούμαστε να διερωτηθούμε από ποικίλες οπτικές: Τι χάνεται και τι μένει μετά τον θάνατο; Πώς μπορεί να σβήσει αυτό που αγαπάς; Τι είναι πραγματικά ο χρόνος, αυτή η άπιαστη δύναμη που μας ορίζει; Πώς η ποίηση μπορεί να μιλήσει για το σώμα ως φορέα του βιώματος και πώς μπορεί να διαμορφώσει μια γλώσσα που να ανακινεί τα βαθύτερα στρώματα του ψυχισμού; Ειδικότερα αυτό το τελευταίο είναι ένα ζήτημα που φαίνεται να απασχολεί την Παναγιώτου σε όλα της τα βιβλία: μια γλώσσα ικανή να πλαστεί με έναν άλλο τρόπο αφυπνίζοντας έναν κόσμο εν υπνώσει, που υπάρχει μέσα μας και αναζητά μια δίοδο προς το φως.
Θα κλείσω με κάποιους από τους στίχους του ποιήματος «Η ανεκτίμητη αξία της ζωής για τους θνητούς», όπου πιστεύω πως συμπυκνώνονται όλοι οι προαναφερόμενοι αρμοί και τα ερωτήματα: «Οταν πεθαίνει κάποιος / ο κόσμος αλλάζει γλώσσα, / χάνονται οι ήχοι των πραγμάτων, χάνονται / Κοιτάς τον ουρανό και ξέρεις: / τα φώτα δεν ανάβουν για μας.// Μόνο ο μύθος λάμπει, αν δεις σε βάθος / το εκτυφλωτικό του γαλάζιο».
Τα βιβλίο της Παναγιώτου θέτει ουσιαστικά ερωτήματα για την τέχνη και τη ζωή, στα οποία κάποτε όλοι καλούμαστε να απαντήσουμε.
