Ανθρωποι της γραφής (ποιητές, πεζογράφοι, κριτικοί, πανεπιστημιακοί) στέλνουν γράμμα στον αγαπημένο λογοτεχνικό τους ήρωα. Σύντομες επιστολές, διακειμενικά παίγνια, μεταιχμιακές αφηγήσεις στην κόψη επινοημένης πραγματικότητας και μυθοπλαστικής οικειότητας. Σημερινή επιστολογράφος η Κατερίνα Σχινά. Μ.Φ.
Πώς να σε προσφωνήσω, αφού αγνοώ το όνομά σου;
Κάθομαι σε τούτο το κλειστό δωμάτιο, ενώ εσύ σκαρφαλώνεις στον σκελετό του πλανήτη. Πίσω απ’ το τζάμι, μια φοινικιά ξεδοντιασμένη λογχίζει τον ασυννέφιαστο ουρανό. Ζέστη. Ακούω την Ενάτη, μόνιμη καταφυγή του πατέρα μου.
Μονάχα εσύ μπορείς να γράψεις έτσι για τη μουσική.
Ημουν δεν ήμουν τριών ετών, όταν μια δοκιμή ακόρντων στο απέναντι σπίτι ξεσήκωσε ανυπόφορο αντίλαλο στο στήθος μου. Δεν είχε τη θαμπή χροιά του ραδιοφώνου, δεν ήταν διαυγής όπως η φωνή που πιο συχνά ακουγότανε να τραγουδάει στο σπίτι. Δεν ήταν άυλη. Ηταν κατρακύλισμα ηχητικό, πεδίκλωμα σωματικό, σκληροί δακτυλισμοί από χέρια που αληθινά μοχθούσαν. Δεν ξέρω αν η αγωνία που με κατέλαβε ήταν ερωτική.
Κι άλλη μια ανάμνηση: ταβέρνα εξοχική, λαμπιόνια, σκόρπια τραπέζια στο χαλικάκι, κι ένας πλανόδιος βιολιστής που ζητάει την άδεια να παίξει. Κι ενώ έχω σχεδόν αποκοιμηθεί στις δυο ενωμένες καρέκλες πλάι στη μητέρα μου, από το καμπυλωτό ηχείο κάτω από το αξύριστο πηγούνι του μουσικού ξεχύνεται ένας τρίσημος χορός, ένας ρυθμός κορυβάντων.
Εσύ όμως είδες να γεννιέται η μουσική από το στόμα ενός μάγου στη νοτιοαμερικάνικη ζούγκλα. Πασχίζοντας να ξαναζωντανέψει το σώμα ενός νεκρού, τούτος ο «ορφικός εξορκιστής» θα μεταμορφωθεί σε πολλαπλό αντηχείο, πεδίο διαπάλης της απερχόμενης ζωής και του θανάτου που θριαμβεύει.
Επαναλαμβανόμενα φωνήματα, αγκομαχητά, ωρυγές, λαρυγγικά πορταμέντι, μια κολοκύθα που σείεται κρατώντας το τέμπο αυτής της άγριας πολυφωνίας του ενός. Θα μείνεις ν’ ακούς θαμπωμένος. Και θα πεις, εσύ, που ταξιδεύεις δίχως όνομα στη σέλβα και στις απαρχές σου, «Μόλις τώρα παραβρέθηκα στη γέννηση της Μουσικής».
Σκέφτομαι τώρα, αφού ακολούθησα τα ίχνη σου πιστά στο ταξίδι σου, ταξίδι στις πηγές του Ορινόκου, στις ρίζες της μουσικής και στον πυρήνα του εαυτού σου, μήπως η αναζήτηση που σε κατατρύχει απ’ την αρχή της περιπλάνησής σου –μιας μουσικής έκφρασης που θα περνούσε ανεπαίσθητα από την ομιλία στο τραγούδι– είναι απλώς ό,τι κρατάει τον καθένα μας ορθό σ’ εκείνο το ασταθές μονόξυλο που διασχίζει τα αινιγματικά νερά της ύπαρξης.
Καθώς ο διάπλους πλησιάζει το πιο στενό πέρασμα, η μελωδία δυναμώνει – όμως κανείς δεν είναι πια εκεί, ν’ ακούσει το πρεστίσιμο φινάλε. Σταματάω τη μουσική πριν τελειώσει, και καθώς αδέξια ακόρντα, πλανόδιες δοξαριές και ανεκπλήρωτες συμφωνικές υποσχέσεις σβήνουν, αποχαιρετώ τον πατέρα μου μέσα στη σιωπή.
Η επιστολή της Κ. Σχινά απευθύνεται στον ανώνυμο πρωταγωνιστή-αφηγητή του Alejo Carpentier από το μυθιστόρημά του «Τα χαμένα βήματα» (μτφρ. Μελίνα Παναγιωτίδου, Εξάντας, 1993).
Το βιβλίο της Κ. Σχινά «Καλή και ανάποδη, ο πολιτισμός του πλεκτού» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη (2014)
