Ο Αντώνης Πάσχος (γενν. 1979), συγγραφέας με καταγωγή από τις Σέρρες και δύο πεζογραφικά βιβλία ήδη στο ενεργητικό του (την ογκώδη μυθωδία «Πέρα από τη γη των θεών» το 2009 και το μυθιστόρημα ενηλικίωσης «Μετά βίας» το 2019), προχώρησε μέσα στο 2023 στην έκδοση του τρίτου βιβλίου του∙ μια συλλογή από διηγήματα αφιερωμένα στη μητέρα του, η οποία και τον βοήθησε με τις αφηγήσεις της να προχωρήσει στη συγγραφή του.
Χρησιμοποιώντας ως προμετωπίδα την κατάθεση της ιστορικού-αρχαιολόγου Σοφίας Αυγέρη, σύμφωνα με την οποία «για δεκαετίες η περίοδος της βουλγαρικής κατοχής και τα όσα διαδραματίστηκαν κατά τη διάρκειά της δεν είχαν τύχει σημαντικού επιστημονικού ενδιαφέροντος», ο Πάσχος μάς μυεί στα άγνωστα πάθη ενός μικρού χωριού του Παγγαίου, επιστρατεύοντας τη μέχρι πρότινος άγνωστη και απρόσιτη στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό παγγαιωρίτικη ντοπιολαλιά.
Από το πρώτο κιόλας διήγημα «Μισός Λύκος», όπου ένα σκυλί από μπελάς γίνεται το μήλον της έριδος ανάμεσα σε έναν Γκρούτσκο και έναν Βούλγαρο -διήγημα με έντονο το στοιχείο μιας τρυφερής παρωδίας, αλλά και άριστο δείγμα αλληγορίας-, μέχρι το πολυφωνικό και με δομή μοντερνιστική «Λιμονόβα», όπου οι φωνές ενώνονται ακόμη κι όταν αισθητά οι ματιές διαφέρουν, και το απίστευτα σκληρό «Η Βέρα» καθίσταται φανερό ότι το εν λόγω συγγραφικό εγχείρημα του Πάσχου δεν περιορίζεται στα όρια μιας αφελούς προφορικότητας, ούτε και συνιστά μία ακόμη νεο-ηθογραφική απόπειρα ή κάποια συνηθισμένη προβολή του τοπικού και του επαρχιώτικου, έναντι του επιδερμικά παγκοσμιοποιημένου.
Και στα οκτώ διηγήματα που περιλαμβάνει η συλλογή -όλα ισάξια- είναι τόσο καθηλωτικά αυτά που αφηγούνται οι πρωταγωνιστές για όσα υπέστησαν πριν, μετά και κατά τη διάρκεια της εξέγερσης της Δράμας το 1941 και τέτοια η δεξιοτεχνία με την οποία τα αποδίδει ο Πάσχος, που ο αναγνώστης-ακροατής του, ακόμη κι αν δεν γνωρίζει αυτό το ιδίωμα, ακόμη κι αν πρόκειται για λέξεις που αγνοεί και δεν συγκαταλέγονται στο γλωσσάρι που παρατίθεται στο τέλος, μπορεί με άνεση να τον διαβάσει, ακούσει, καταλάβει και προπαντός αισθανθεί.
Πρόκειται για διηγήσεις οι οποίες, παρά τις διαφορετικές φωνές και τις ακραίες και αντιφατικές εκδοχές των υποκειμένων τους, συνομιλούν και δένουν αναμεταξύ τους ως μέρη μιας και μοναδικής αφήγησης∙ μιας αφήγησης στην οποία εμπλέκονται τα χαρακτηριστικά μιας θυμοσοφικής αλαφράδας κι ενός ωμού και κατεξοχήν σωματικού ρεαλισμού με εκείνα του μύθου και των τοπικών θρύλων.
Η λαϊκή σοφία που πάει πέρα από κάθε εθνοτικό ή χωροχρονικό φραγμό, οι κοφτές φράσεις που κόβουν την ανάσα, οι πρωτότυπες μεταφορές και οι αναπάντεχες λεκτικές ζεύξεις που δεν ξεφεύγουν ούτε πόντο από το βλέμμα και το βίωμα των ηρώων του, είναι μερικές από τις πολλές αρετές του βιβλίου: «Σε ξένο βάζο δεν βουτάμε τα παρμάκια μας. Με τον ίδρο μας θα μάσουμε μέλι.» – «Σωροβολιαστήκαμε∙ κείνη πάνωθιό μου. Το χώμα σκληρό. Χαλικούδια με ζαμάκωναν τα γοφιά.» – «Κι ένα δεύτερο μπουρίνι ολοφυρμών τη συντάραξε, μπουρίνι που με ανεμούργιασε κι εμένα».
Ο Πάσχος μπορεί να μην είναι ο πρώτος ούτε και ο μόνος στην εγχώρια λογοτεχνία ο οποίος χρησιμοποιεί ένα ιδίωμα ή επιλέγει έναν τρόπο γραφής που δεν εντάσσεται και δεν υποκύπτει στις επιταγές μιας «εθνικής» γλώσσας και μιας κεντρομόλου αφήγησης που συχνά καταλήγει να ομφαλοσκοπεί – το έπραξαν κι άλλοι πριν από αυτόν με επιτυχία∙ ωστόσο, στο «Αδελφομοίρι» του είναι ίσως από τους ελάχιστους που μπορεί και πείθει τον αναγνώστη του ότι αυτά που του εξιστορεί μόνο μέσ’ από αυτό το ιδίωμα θα μπορούσε να τα εξιστορήσει.
Υιοθετώντας αυτή τη δύσκολη γλώσσα για να περιγράψει τις μπερδεμένες τύχες και τα απανωτά ξεκληρίσματα των ανθρώπων σε μια σκοτεινή και εισέτι ανεξερεύνητη ιστορική περίοδο, καταφέρνει να πετύχει τον στόχο του και να διαχειριστεί με μαεστρία το θέμα του, αναδεικνύοντας με τον πλέον προσήκοντα τρόπο τις μικροϊστορίες των πρωταγωνιστών του.
