Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Λίγα ποιήματα, τρεις συλλογές διηγημάτων, τρία θεατρικά μονόπρακτα και μια σύντομη ζωή είναι το άνυσμα του Μάριου Χάκκα, που γεννήθηκε το 1931 και πέθανε το 1972. Καταξιώθηκε κυρίως ως εκπρόσωπος της «εξεγερμένης» μεταπολεμικής πεζογραφίας μας με τα διηγήματά του, όπως το ενταγμένο στα σχολικά βιβλία «Το ψαράκι της γυάλας». Μία πρώτη αποτίμηση έγινε στο συλλογικό τόμο «Μάριος Χάκκας. Κριτική θεώρηση του έργου του» (Κέδρος, 1979) και ακολούθησαν μονογραφίες, όπως του Θανάση Μαρκόπουλου και του Γιώργου Ρεπούση. Ο συγγραφέας, αριστερών πεποιθήσεων, παιδί του πολέμου, κυνηγός της στιγμής, προκλητικός απέναντι στον καθωσπρεπισμό της εποχής, αντισυμβατικός και μειδιών, κινείται μεταξύ ρεαλισμού και μοντερνισμού.

Ανάμεσα στις δύο άλλες συλλογές του (την πρώτη, «Τυφεκιοφόρος του εχθρού», 1966, και την τρίτη «Το κοινόβιο», 1972), ο Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, που υπογράφει την ανά χείρας μελέτη, ξεχωρίζει τη δεύτερη, «Ο Μπιντές και άλλες ιστορίες» (1970), επειδή ο διηγηματογράφος ξεφεύγει από τον ρεαλιστικό τρόπο γραφής και παίζει λογοτεχνικά με νεωτερικά μέσα και τεχνικές. Είναι η πιο ανατρεπτική συλλογή, που σπάει την εύκολη αληθοφάνεια προς όφελος ενός ήπια «ξεσαλωτικού» μοντερνισμού. Με τέτοιον τρόπο ο διηγηματογράφος θα μπορέσει να σατιρίσει την ελληνική κοινωνία και την εποχή του.

Ο Μ. Χρυσανθόπουλος, ομότιμος πλέον καθηγητής Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας στο ΑΠΘ, παρουσιάζει πρώτα ένα ένα τα διηγήματα, αναλύοντας τον στόχο και το πλαίσιο του καθενός. Ετσι, αποδεικνύει ότι ο Μ. Χάκκας βάζει στο στόχαστρο τη συμβατικότητα της γλώσσας, τη παραδεδεγμένη αφήγηση του παρελθόντος και τη συλλογική μνήμη, τον ίδιο τον αφηγητή, που δεν είναι πάντα αξιόπιστος, τη δυνατότητα της αφήγησης να είναι ακριβής, τον χρόνο και τον θάνατο, τον έρωτα και την ανελευθεριάζουσα ηθική, τον καταναλωτισμό, τον κομματικό δογματισμό και τη μικροαστική νοοτροπία.

Με όχημα την Ακρόπολη αλλά και τον πορσελάνινο μπιντέ, την αυτοπυρπόληση αλλά και τη φυλακή, τη φωτογραφία αλλά και τη ζωγραφική, την ίδια την παιγνιώδη διάσταση της γλώσσας, τον αυτοσαρκασμό κ.λπ. αναδεικνύει τη στιγμιαία ανατροπή, όσο διαρκεί η ανάγνωση, και, εντάσσοντας τον ίδιο τον αφηγητή (τον συγγραφέα και τον αναγνώστη συνάμα) μέσα στο πλαίσιο της κριτικής του, εκπέμπει μελαγχολία μαζί με ενσυναίσθηση.

Το καινούργιο που φέρνει ο συντάκτης της μελέτης εν έτει 2023 είναι ότι συνδέει τη χακκική γραφή με κινήματα και τάσεις, οι οποίες ξεκίνησαν από τον 19ο αιώνα και κορυφώθηκαν μεταπολεμικά. Φιλοσοφικές απόψεις που αμφισβητούν τη δυνατότητα της γλώσσας να αποδώσει τα «πράγματα», το μοντερνιστικό θέατρο, που στηρίζεται στη διακειμενικότητα και το παράλογο, ο ντανταϊσμός και ο υπερρεαλισμός, που έφεραν στο προσκήνιο το υποσυνείδητο, το παράλογο, το φευγαλέο, η μπαχτινική έννοια του καρναβαλικού στοιχείου στη λογοτεχνία που πριμοδοτεί το χιούμορ εν μελαγχολία, η παρουσία του πιερότου και του κλόουν, που γελάνε και κλαίνε ταυτόχρονα κ.λπ. είναι τα υποστρώματα τα οποία ποτίζουν τα κείμενα του Μάριου Χάκκα.

Με όλες αυτές τις καταβολές, ο συγγραφέας επιχειρεί να προβάλει την απογοήτευσή του τόσο σε κοινωνικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο (μπροστά και στον επικείμενο θάνατό του από καρκίνο στο νεφρό), αλλά και την κριτική του για τη μεταπολεμική Ελλάδα. Πρώτα με την αναστροφή της φόδρας της γλώσσας, δείχνει ότι οι λέξεις δεν αποδίδουν νοήματα με την ίδια πιστότητα και την ίδια ακρίβεια: λ.χ. η Καισαριανή δεν είναι πάντα η συνοικία-σύμβολο της αντίστασης στη ναζιστική θηριωδία, αφού εξελίσσεται και εξαστίζεται μέσα στον οργασμό της ανοικοδόμησης.

Μέσω της γλώσσας, λοιπόν, αλλά και της ναρκοθέτησης του αφηγητή, ο Μ. Χάκκας υποδεικνύει εύγλωττα ότι οι παγιωμένες βεβαιότητες είναι σαθρά κατασκευάσματα, ο δογματισμός, ακόμα και της αριστερής ιδεολογίας, μονόπλευρη θεώρηση της ζωής, η αστικοποίηση και ο καταναλωτισμός έρχονται δρομαίοι να αλλάξουν τον χωροχρόνο της Αθήνας και να βγάλουν στην επιφάνεια τον μικροαστισμό μιας ολόκληρης γενιάς. Η ίδια η εικόνα του μπιντέ στο ομώνυμο διήγημα, που επικαθορίζει και ολόκληρη τη συλλογή, είναι η συμπύκνωση αυτής της κριτικής στην υποτιθέμενη πρόοδο, η οποία ωστόσο είναι μόνο υλική κι ευδαιμονιστική.

Το ζητούμενο είναι πάντα να ξαναβλέπουμε, από εποχή σε εποχή, πώς κάθε συγγραφέας διανύει τον χρόνο και μπορεί ακόμα και σήμερα να μιλήσει. Η μικτή γραφή του Μάριου Χάκκα, που συνδυάζει το υποδόριο γέλιο με το ανέκφραστο κλάμα, είναι ίσως η εξήγηση της διαχρονικότητας της λογοτεχνικής του αξίας.