Στην οθόνη μιας νοικιασμένης τηλεόρασης η Εύα –η Ευαγγελία, το Βαγγελιό της Ρούσας–, πρωταγωνίστρια του πρόσφατου μυθιστορήματος της Βασιλικής Ηλιοπούλου, παρακολουθεί την τελευταία σκηνή από το δράμα μιας αιχμαλωτισμένης αρκούδας που οδηγείται στον θάνατο από μια ομάδα ιθαγενών, φέρνοντας στον νου μια ανάλογη εικόνα, δεκατέσσερα χρόνια πριν, της Ειρήνης, της μεγαλύτερης κατά έναν χρόνο αδερφής της, φορώντας το κόκκινο μπουφάν της να περπατά, στραβοπατώντας, ανάμεσα στα παιδιά που θα την οδηγήσουν στον χαμό και την ανυπαρξία.
Δεκατέσσερα χρόνια μετά, η Εύα επιστρέφει στο πατρογονικό νησί με αφορμή τον θάνατο του συζύγου της, επισκέπτεται τους τόπους των παιδικών της χρόνων και συναντά άτομα που καθόρισαν την πορεία της ζωής της. Τι πραγματικά συνέβη στην αδελφή της, στο «καθυστερημένο» κορίτσι, του οποίου η εξαφάνιση οδήγησε τη μητέρα τους στη σιωπή, την απελπισία, την αδειοσύνη και την αυτοχειρία;
Η Βασιλική Ηλιοπούλου (Κοζάνη, 1948) στο ανά χείρας μυθιστόρημα σκηνοθετεί μια αστυνομικής κοπής ιστορία για την απώλεια, τις πολλές όψεις του κακού, την άρνηση της διαφορετικότητας, την αναζήτηση λύσης στα αδιέξοδα και αναπάντητα ερωτήματα της ύπαρξης και της καθημερινότητας.
Η πλοκή του μυθιστορήματος, που είναι χωρισμένο σε επιμέρους τιτλοφορημένες ενότητες, αναπτύσσεται πάνω στον κεντρικό άξονα της ανεξιχνίαστης εξαφάνισης της μικρής κόρης, με πολλά ομόκεντρα επεισόδια, διαδραματισμένα στο παρελθόν και το παρόν της αφήγησης, δημιουργώντας αναπάντεχα ερωτήματα για το μέλλον των ηρώων.
Η συγγραφέας, έχοντας θητεύσει με επιτυχία στην τέχνη του κινηματογράφου (έχει σκηνοθετήσει δύο ταινίες μεγάλου μήκους –Το πέρασμα, 1990, και Με μια κραυγή, 1995–, μικρού μήκους ταινίες και ντοκιμαντέρ και έχει επιμεληθεί εκπομπές για το Β´ και το Γ´ Πρόγραμμα της Κρατικής Ραδιοφωνίας), δημιουργεί σκηνές, σαν κινηματογραφικά πλάνα, που ταλαντεύονται ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, σε μια προσπάθεια να αποδώσει την ψυχολογία της κεντρικής ηρωίδας της, κύριο χαρακτηριστικό της οποίας είναι η σιωπή και η παρατήρηση.
Η Εύα παρατηρεί όλα εκείνα για τα οποία οι γύρω της αδιαφορούν, ενώ αδιαφορεί για όλα εκείνα που μοιάζουν σημαντικά. Η ενοχή, η επιθυμία της εκδίκησης, η επιβολή της δικαιοσύνης, αλλά και ένα διαρκές αίσθημα αθωότητας διακρίνουν τις επιλογές και τις αποφάσεις της Εύας.
Το νησιώτικο σκηνικό με τους απότομους γκρεμούς, τα φαράγγια, τα εγκαταλειμμένα σπίτια, τους θυελλώδεις ανέμους, τα ψόφια γλαροπούλια στην ακτή, συμπληρώνεται από ετερόκλητα, κωμικοτραγικά πρόσωπα μιας καρναβαλικής πομπής: ο αυταρχικός δήμαρχος, ο νάνος Αρρίκος, ο ένοχος Μορρές, ο ζωγράφος-αυτόχειρας Αχιλλέας, η Ουρανία, η έγκυος Βιολέτα, ο Ρήγας, ο παπάς και η παπαδιά, ο νεκρός σύζυγος, η χαρτορίχτρα, η γιαγιά Ρηνακιώ, η Ινγκα, η γριά Δωροθέα, κ.ά., τα οποία με τις μνήμες, τις σκέψεις, τα λόγια και τις πράξεις τους συμπληρώνουν το ψηφιδωτό της αναζήτησης της χαμένης κόρης, οδηγώντας στη λύση του δράματος και την απόδοση δικαιοσύνης:
«Σώπασε για λίγο και μετά είπε: “Ακουγότανε από κει κάτω το κλάμα του σιγανά σιγανά έκλαιγε σαν μωρό κι έλεγε ‘μαμά!’, σιγανά σιγανά, ‘μαμά!’ κι έκλαιγε”. Γύρισε και τράβηξε κατά το αγροτικό, κι όταν έφτασε στο αυτοκίνητο άνοιξε την πόρτα και κοίταξε την Εύα. “Θα ’ρθεις;” Επειτα έκατσε στο σκαλοπάτι, έβγαλε τα παπούτσια του και τα τίναξε από την άμμο σχολαστικά. Η Εύα κοίταξε τη θάλασσα. Μα-μα! λέει η Ειρήνη και κλαίει σιγά».
Η Βασιλική Ηλιοπούλου στο μυθιστόρημά της Το αθώο, γράφει για τη μικρή, ξεχωριστή Ειρήνη και για την κάθε Ειρήνη, που εδώ και αιώνες θυσιάζονται ανόσια στον βωμό της άρνησης του διαφορετικού, για την αδυναμία μας να αποδεχτούμε πως υπάρχουν κάποιοι δίπλα μας, που περπατούν με το κεφάλι χαμηλωμένο, «σέρνοντας κάπως το δεξί, όπως ένα κουσουριάρικο κατσίκι που το πάνε για σφάξιμο, λειψό και αθώο», ενώ δεν διστάζουμε να ομολογήσουμε πως «“Ο Αρρίκος δεν είδε τίποτα”, μουρμούρισε ο νάνος».
