ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η παρακαταθήκη θρησκευτικών ιδεών, μοτίβων, προσώπων κ.λπ. βρίσκεται στη βάση της πολιτισμικής μας παράδοσης και συχνά τροφοδοτεί πιστούς και άθεους. Και οι δύο βλέπουν σ’ αυτήν έναν δεδομένο καμβά γνωστών θεμάτων και πανανθρώπινων (σε Ευρώπη, Αμερική κ.λπ.) χρωμάτων με τα οποία μπορεί κανείς να ζωγραφίσει τον δικό του πίνακα, είτε συνεχίζοντας προς την ίδια ένθεη κατεύθυνση είτε διαφωνώντας με το θρησκευτικό μήνυμα.

Ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης κάνει κάτι διαφορετικό. Παίρνει το προπατορικό αμάρτημα, το τοποθετεί εμφανές υπόβαθρο στη νουβέλα του, αλλά από εκεί και πέρα αντιστρέφει όχι μόνο την «αλήθεια» της χριστιανικής παραβολής αλλά και τους ρόλους. Ποιος είναι ο Θεός, ποιος ο Υιός, ποιοι ο Αδάμ και η Εύα, ποιος το φίδι; Και πώς όλο αυτό εντάσσεται στη σύγχρονη πραγματικότητα, πώς λειτουργεί και προς τα πού πάει η ιστορία, όταν χάσει τον στενά θρησκευτικό της χαρακτήρα;

Παραθέτω σύντομα την υπόθεση, γιατί δείχνει αντεστραμμένα το βιβλικό πρότυπο. Ο αφηγητής, γιος ενός διάσημου εκπαιδευτικού, ενώ ξεκίνησε ως καθηγητής στο Ιδρυμα που είχε ο πατέρας του, εγκλείεται στη φυλακή, επειδή απήγαγε δύο ερωτευμένους έφηβους, τους έκλεισε στο υπόγειο του εξοχικού του και χάζευε τον έρωτά τους. Οσο εκτίει την ολιγόχρονη ποινή του στη φυλακή, μαθαίνει ξυλουργική και φτιάχνει ένα Ομοίωμα, το οποίο αναπαριστά «αυτό που τον εξουσιάζει».

Αναγνωρίζουμε –όσο διαβάζουμε την ιστορία, η οποία ξεκινά από τη φυλακή και πηγαίνει ανάδρομα προς το έγκλημα– το παλαιοδιαθηκικό (και εν μέρει καινοδιαθηκικό) μοτίβο του πάνσοφου Πατέρα, που διώχνει κατ’ αρχάς από τον Παράδεισο το ζευγάρι του Αδάμ και της Εύας, κι αργότερα στέλνει τον αθώο Υιό του να τους σώσει. Ο συγγραφέας, όμως, με γλώσσα και αφήγηση που σέβονται τον αναγνώστη αντιστρέφει τους ρόλους και φέρνει τους πρωτόπλαστους σε μια δόλια φυλακή.

Σε αυτό το παραχαραγμένο είδωλο μέσα στον διαβολικό καθρέφτη, ο Β. Χατζηγιαννίδης θέτει λογοτεχνικά ερωτήματα γύρω από την έννοια της ενοχής, για ένα έγκλημα που συχνά φαίνεται αναίτιο, της τιμωρίας και της συγχώρεσης. Ο Πανάγαθος που συγχωρεί όλους, η ελευθερία του ανθρώπου που θέλησε να φύγει από τον Παράδεισο και στην ανά χείρας νουβέλα χάνει την ελευθερία του από έναν Γιο, ο οποίος δεν ακολουθεί τα βήματα του Θεού, η πτώση τόσο των Πρωτόπλαστων όσο και των αγγέλων που γίνονται δαίμονες κ.ά. είναι ακτίνες που διαπερνούν την ιστορία, αλλά φυσικά και εύλογα δεν δίνουν έτοιμες απαντήσεις για την υφή της αμαρτίας και της παρέκκλισης.

Ο Β. Χατζηγιαννίδης ανακατεύει τα χαρτιά, διαστρεβλώνει έντεχνα την ευαγγελική πορεία της ανθρωπότητας, φέρνει στη Γη έναν Υιό του Θεού που δεν τιμά το όνομά Του, αλλά ομνύει στην ωραιότητα του έρωτα και στην ηδονοβλεψία της νιότης. Ούτε ο ίδιος ξέρει γιατί φυλάκισε τα δύο παιδιά, λες κι ένα υποχθόνιο υποσυνείδητο ενήργησε απρόθετα, αλλά το σίγουρο είναι ότι δεν το έκανε για λόγους που συναρτώνται με την πιθανή έκφυλη φιληδονία του. Ο ίδιος μιλάει για ένα είδος ύβρεως, που θεωρεί ότι μπορεί να επιβάλει τη δική του έννοια του καλού στους άλλους.

Μια βάσιμη ερμηνεία, νομίζω, αφορά τον δαιμονικό εαυτό του ανθρώπου, ο οποίος είναι κι αυτός υιός του Θεού. Μέσα στο άτομο φιδοσέρνεται μια τέτοια άμορφη διαβολική μορφή, που εξουσιάζει, χειραγωγεί, ψιθυρίζει τρόπους δράσης, πολλές φορές χωρίς ορατό κίνητρο, αλλά με την υποσυνείδητη ροπή προς ό,τι η κοινωνία θεωρεί κακό. Ο πειρασμός, αυτή η φωνή που υποβάλλει την ανθρώπινη συμπεριφορά, βρίσκει συχνά ανοχύρωτη την ψυχή.

Ωστόσο, ο συγγραφέας δεν θέλει να μιλήσει για την αμαρτία. Θέλει αντίθετα να στοχαστεί πάνω στη δαιμονική πλευρά του ανθρώπου, που υπάρχει αυτονόητα μέσα στη μεταπτωτική του ζωή, το πρόσωπο του άλλου γιου του Θεού, που παρεκκλίνει και σπιλώνει το όνομά Του. Είναι το μισό της ανθρωπότητας, όχι αναγκαστικά χωρισμένο από το άλλο ήμισυ, αλλά συνυφασμένο μέσα μας σαν δαίμονας δίπλα στον χριστολογικό μας εαυτό.

Το κατά Χατζηγιαννίδη ευαγγέλιο μιλάει για τον άλλο Υιό του Θεού.