Η βαφτισμένη Αγγελική, χαϊδευτικά «Κούλι» για τους αγαπημένους της και γνωστή σε γενιές και γενιές μικρών και μεγάλων αναγνωστών ως Αλκη Ζέη (1923-2020), βρίσκεται και πάλι στο εξωτερικό (Βρυξέλλες: 2012-2013) και στα 88 της χρόνια, όταν αποφασίζει, βασισμένη στις αναμνήσεις της, μνήμες από δεύτερο χέρι, φωτογραφικό υλικό και ντοκουμέντα, να καταδυθεί στο παρελθόν της.
Εμπειρη αφηγήτρια και θαυμαστή παραμυθού, κινείται ελεύθερα και ανασύρει θραυσματικά επεισόδια από τη ζωή της, ενσωματώνοντάς τα, με τη γνωστή απλότητα και αμεσότητα των αφηγηματικών της τρόπων, στο υφάδι ενός γοητευτικού κειμένου. Το αποτέλεσμα είναι μια παραμυθένια αυτοβιογραφική αφήγηση των παιδικών, των εφηβικών και των νεανικών της χρόνων.
Η ανάλαφρη οπτική της παιδικότητας που παρατηρεί έκθαμβη τον κόσμο γύρω της δίνει τη θέση της στην ανήσυχη εφηβική ματιά κι αυτή με τη σειρά της στην ειρωνική οπτική της πρώτης νεότητας. Απότομη η ωρίμανση «στο σκοτάδι και τον φόβο» της Κατοχής και του Εμφυλίου. Αν ο χρόνος της αφήγησης παρακολουθεί σε χρονολογική σειρά κομβικά επεισόδια της ζωής της συγγραφέως (από τις 15 Δεκέμβρη και τη γέννησή της μέχρι και τις 3 Νοέμβρη του 1945, ημέρα του γάμου της, παραμονές του ματωμένου Δεκέμβρη, όταν ο Γιώργος Σεβαστίκογλου πάρει τα βουνά και αυτή τον δρόμο της εξορίας), τα αναδρομικά σχόλια σε πλάγια γράμματα της ώριμης οπτικής συμπληρώνουν την αποσπασματική εικόνα με μεταγενέστερες πληροφορίες και πικρά σχόλια αυτογνωσίας. Εδώ, το βέλος του χρόνου κινείται ελεύθερα: από την πρώτη εξορία στη Χίο ώς την Τασκένδη του 1954 και από τον εφιαλτικό Δεκέμβρη ώς τη Μόσχα του 1962, ενώ συχνά-πυκνά επιστρέφει στο τώρα της γραφής και της μνημονικής ανάφλεξης.
Ο ρυθμός, σ’ αυτή την οδύσσεια των 24 κεφαλαίων, άλλοτε επιβραδύνει σε επεισόδια-σκηνές, άλλοτε επιταχύνει («σαν ταινία του Τσάπλιν που βλέπαμε προπολεμικά στο ΣΙΝΕΑΚ»), άλλοτε το μάτι της αφηγήτριας γίνεται κάμερα («οπερατέρ και γυρίζει καρέ καρέ τις σκηνές της φρίκης»).
Στην αφετηρία, μια περιπλάνηση στον αυτοβιογραφικό «χώρο»· στο τέλος, ένα αυτομυθιστόρημα, μυθιστόρημα του συγγραφέα, μυθιστόρημα συγγραφικής αυτοσυνείδησης. Η Αλκη μυείται, σταδιακά: στη ζωή, που σημαίνει στον θάνατο (από τον θάνατο του παππού στη Σάμο ώς τους νεκρούς της Κατοχής), στον έρωτα (από τα πρώτα σκιρτήματα στον γάμο της) και στην τέχνη. Εξού η εστίαση στις πρώτες εμπειρίες στο θέατρο, στον κινηματογράφο, στα πρώτα αναγνώσματα: Ιούλιος Βερν και Δον Κιχώτης, Διάπλαση των Παίδων, Ανθολογία του Αποστολίδη, αλλά και κρυφά βιβλία ενηλίκων από τη βιβλιοθήκη του πατέρα.
Γύρω της, φύλακες άγγελοι και παραστάτες, αρχικά ο Σαμιώτης παππούς, η μητέρα (Ελλη Σωτηρίου), ο πατέρας (Ζήνων Ζέης) και η αδελφή Λενούλα, έπειτα ο μαθηματικός θείος Πλάτων και η πρωτοπόρα «θείτσα» Διδώ (Σωτηρίου), η δημοσιογράφος «που έβαζε το όνομά της κάτω από αυτά που έγραφε», αλλά και η αγωνίστρια επιστήθια φίλη Ζωρζ (Σαρή), και από το 1942, φυσικά, ο Γιώργος Σεβαστίκογλου (σύντροφος ζωής μέχρι τον θάνατό του, το 1991).
Δίπλα σ’ αυτούς, ένας πολυπρόσωπος θίασος δασκάλων (όπως η Ελένη Περάκη που της έμαθε κουκλοθέατρο), γνωστών και φίλων που συντρόφευσαν τη νεαρή συγγραφέα στα πρώτα της βήματα: ο Κώστας Αξελός, ο Κάρολος Κουν, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Νίκος Γκάτσος, ο Μάριος Πλωρίτης, η Τατιάνα και ο Ροζέ Μιλλιέξ, ο κομματικός καθοδηγητής Πέτρος (Μίμης Δεσποτίδης) και άλλοι πολλοί…
Οσο και αν το βιβλίο αποτελεί πολύτιμη μαρτυρία για την καθημερινότητα στην Αθήνα (από τη δικτατορία του Μεταξά ώς την Κατοχή και την απελευθέρωση), τη δράση της προοδευτικής νεολαίας της εποχής (ίδρυση ΕΠΟΝ) και των πνευματικών κύκλων της Αθήνας (το πατάρι του Λουμίδη, το Θέατρο Τέχνης στα πρώτα του βήματα, η ίδρυση του Ικαρου το 1943), βασικό θέμα του παραμένει «η περιπέτεια της γραφής»!
Ολα αρχίζουν σ’ ένα κουζινάκι της προπολεμικής Αθήνας, με μια χούφτα σχολικά μολύβια, δώρα και αυτά του θείου Πλάτωνα, κι ένα μαρμάρινο τραπέζι. Εκεί, η μικρή Αλκη έγραφε, παραλλάσσοντας φράσεις από τον Καιρό του Βουλγαροκτόνου και τους Ταπεινούς και καταφρονεμένους, ερωτικά γράμματα στον αγαπητικό μιας υπηρέτριας.
Εκεί γεννήθηκαν αργότερα οι «Κλαψωδίες» του θρυλικού Κλούβιου, εκεί τα χιουμοριστικά χρονογραφήματα για τη σχολική εφημερίδα ή τα γράμματα στους φαντάρους το 1940, αλλά και το πρώτο διήγημά της στη «Νεανική Φωνή» της Κατοχής, το 1943. Κάπως έτσι «το Κουτοκούλι μας πρόεκυψε συγγραφέας» αναγκάστηκε να παραδεχτεί και ο αυστηρός πατέρας… Τίποτα δεν σταμάτησε έκτοτε την τρελή πορεία της — ούτε η ζοφερή εποχή, οι διαρκείς μετακινήσεις, οι εξορίες και η αυτοεξορία, ούτε οι περιπέτειες υγείας: μια κρίση σκωληκοειδίτιδας αρχικά, ένα οζώδες ερύθημα αργότερα, αιτία για να πουληθεί «το πιάνο Πλεγέλ», το οποίο «έφαγε» κυριολεκτικά η μικρή Αλκη για να αναρρώσει. Τo χιούμορ, διαρκώς παρόν.
Τη θαυμαστή συνέχεια τη γνωρίζουμε: σε μια κουζίνα της Μόσχας γράφτηκαν τα διηγήματα που, με τη βοήθεια του Ηλία Ηλιού, έφτασαν στην «Επιθεώρηση Τέχνης» το 1962, αλλά και Το καπλάνι της βιτρίνας που ο Μίμης Δεσποτόπουλος εξέδωσε στο Θεμέλιο, το 1963, ακριβώς όπως, αργότερα, σε μια γαλλική κουζίνα της παρισινής αυτοεξορίας γράφτηκε το σύνολο σχεδόν των μετέπειτα βιβλίων της, συμπεριλαμβανομένης της μισής σχεδόν Αρραβωνιαστικιάς του Αχιλλέα.
Οπως σημειώνει η ίδια, το μυθιστόρημα, που ολοκληρώθηκε στην Ελλάδα το 1987, είναι η μυθοπλαστική συνέχεια «λίγο πολύ» της αυτοβιογραφικής αφήγησης, ακριβώς όπως Το καπλάνι της βιτρίνας είναι τα παιδικά της χρόνια στη Σάμο, ο Θείος Πλάτων η μυθοποίηση του αγαπημένου αδελφού της μητέρας της, Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου αναδιήγηση εμπειριών της Κατοχής.
Κάποια αφηγήματα στον τόμο Πόσο θα ζήσεις ακόμα, γιαγιά; (Μεταίχμιο, 2017) ακολουθούν το ίδιο μοτίβο με την αυτοβιογραφική αφήγηση, συμπληρώνουν ψηφίδες στα έργα και τις ημέρες της συγγραφέως, ενώ και τα πλαγιογράμματα μέρη τους σχολιάζουν και πάλι από απόσταση. Ο τόνος, όσο το τέλος πλησιάζει, αλλάζει: η ανησυχία για το παρόν του κόσμου γύρω της μεγαλώνει.
Για όποιον δεν είναι εξοικειωμένος με τα βιβλία της, οι αυτοβιογραφικές σελίδες αποτελούν την καλύτερη εισαγωγή στην… κουζίνα της συγγραφέως, στο συγγραφικό εργαστήρι και στην ποιητική της. Για όποιον γνωρίζει το έργο της, η ανάγνωση δημιουργεί την εντύπωση ότι μπαινοβγαίνει στα βιβλία της. Ούτως ή άλλως, ζωή και έργο ήταν πάντα συγκοινωνούντα δοχεία και η ιστορική πραγματικότητα αποτέλεσε το υπόστρωμα πάνω στο οποίο ζωγραφίστηκε σε επάλληλες στρώσεις ο μυθοπλαστικός καμβάς: «όλα σαν ένα παραμύθι πιο αληθινό από τη ζωή», όπως θα έλεγε και η συντροφική ξερακιανή μορφή της Μέλπως Αξιώτη που διασχίζει κι αυτή, διακριτικά, τις σελίδες του βιβλίου.
*Ο Αριστοτέλης Σαΐνης είναι φιλόλογος και κριτικός λογοτεχνίας
