Η Ρούμενα Μπουζάροφσκα, γεννημένη στα Σκόπια το 1981, καθηγήτρια αμερικανικής λογοτεχνίας στον γενέθλιο τόπο και μεταφράστρια, συνιστά τυπικό παράδειγμα των προβληματισμών της νέας γενιάς συγγραφέων της Βόρειας Μακεδονίας, το έργο των οποίων υπερβαίνει εθνοτικές αναζητήσεις και προτάγματα. Δεν είναι, ασφαλώς, τυχαίο ότι το ανά χείρας έργο της σαραντάχρονης Μπουζάροφσκα, μία από τις τέσσερις συλλογές διηγημάτων που έχει εκδώσει, σημειώνει μεγάλη επιτυχία στην Ευρώπη, ενώ κυκλοφορεί και στις ΗΠΑ. Η ίδια του η θεματική δικαιολογεί άνετα κάτι τέτοιο, έντεκα διηγήματα που στη χώρα της εκδόθηκαν το 2014. Αναλόγως και η δράση της ως ακτιβίστριας για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις έμφυλες διεκδικήσεις συνηγορεί και στη θεματική των αφηγήσεών της και στη διάδοσή τους.
Οι πρωτοπρόσωπες, έμπλεες χιούμορ, ενίοτε μαύρου, αφηγήσεις γυναικών συνιστούν έμμεση καταγγελία για την ανισότητα των δύο φύλων όχι μόνο στη Βόρεια Μακεδονία, αλλά σε κοινωνίες πολλών χωρών της Ευρώπης και στις ΗΠΑ. Στο επίκεντρο των αφηγήσεων, ο άντρας των αφηγητριών – γύρω από τα έργα, τις ημέρες, τις ατομικές προκρίσεις του αναπτύσσεται ο λόγος των γυναικών, που συνθέτει τα επιμέρους τρόπον τινά πορτρέτα τους. Στα πορτρέτα αυτά, που εξεικονίζονται στην αφηγηματική επιφάνεια μέσα από ζωντανούς διαλόγους-εξομολογήσεις αντανακλάται, όπως εύστοχα σημειώνει η έμπειρη μεταφράστρια Αλεξάνδρα Ιωαννίδου στο εισαγωγικό της σημείωμα, η πλάνη μας για τη γυναικεία απελευθέρωση, «όλη η καταπίεση που συνεπάγεται η αποπνιχτική προσδοκία εκτέλεσης δεδομένων ρόλων που έγραψαν και αποφάσισαν άλλοι» πριν από τις γυναίκες για τις γυναίκες. Η παγίδα των ρόλων είναι αδιέξοδη και για τα δύο φύλα, ανταγωνισμοί, φόβοι, φοβίες, αναποφασιστικότητες, υποχωρητικότητες, συναισθήματα ανεπάρκειας, υποκρισία, εγωτισμός, ψέματα, αμοιβαία περιφρόνηση, όλα στο προσκήνιο και στη με έντονη θεατρικότητα κειμενική επιφάνεια, όπου η ειρωνεία και η παρωδία δίνουν συχνά-πυκνά τον τόνο και οι οικογενειακές σχέσεις συχνά εκβάλλουν σε τραγελαφικές και ακραίες καταστάσεις θυμίζοντάς μας τις ταινίες του Λάνθιμου.
Λόγου χάριν, στο διήγημα «Η σούπα», μια… σούπα γίνεται αφορμή ώστε να αναστοχαστεί η αφηγήτρια, διά χειρός Μπουζάροφσκα, Μαρία τον βίο της με τον μόλις αποδημήσαντα σύζυγό της και τον εραστή της. Στο «Ο μοιχός», πάλι, η Τάνια έχει ενδείξεις ότι ο άντρας της την απατάει, προσπαθεί με ένταση να το αποδείξει, αλλά οι προσπάθειές της πέφτουν στο κενό. Στο «Νέκταρ», ένας επαγγελματικά επιτυχημένος γυναικολόγος και καρδιοκατακτητής πιστεύει πως θητεύει με αποτελέσματα εξαίσια και στη ζωγραφική και γελοιοποιείται στα μάτια της γυναίκας του, ενώ στο «Ογδοη του Μάρτη», ακριβώς την Ημέρα της Γυναίκας, η πρώτη απόπειρα της αφηγήτριας να απατήσει τον γλυκό αλλά βαρετό σύζυγό της καταλήγει σε μεγαλοπρεπές φιάσκο. Οι αφηγήτριες της Μπουζάροφσκα, λοιπόν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο νιώθουν άβολα, βρίσκονται σε ένα μεταίχμιο μιας καθοριστικής για τη ζωή τους αλλαγής ή και στα πρόθυρα κάποιας εξέγερσης απέναντι σε ένα περιβάλλον, με έκτυπα στις σελίδες των διηγημάτων και στον καθ’ ημέραν βίο, έμφυλα χαρακτηριστικά, περιβάλλον πατριαρχικό, βαλκανικό και όχι μόνον. Η Μπουζάροφσκα δεν καταγγέλλει, δεν μεμψιμοιρεί, πόσο μάλλον ασκεί κριτική στο αντρικό φύλο που υποβιβάζει, καταπιέζει, πνίγει το γυναικείο, αλλά και στις γυναίκες που συμπεριφέρονται ανάλογα σε άλλες γυναίκες και, το κυριότερο, αδιαμαρτύρητα αποδέχονται ρόλους προκατασκευασμένους.
Τι, αλήθεια, κρύβουν, μυστικά και ψέματα, οι φαινομενικά τακτοποιημένες ζωές των γυναικών, των αφηγητριών στο ανά χείρας, αλλά και γενικότερα, εμμέσως ρωτά η Μπουζάροφσκα, η οποία, άλλωστε, μαζί με ακόμα επτά γυναίκες πρωτοστάτησε στο κίνημα #MeToo με τίτλο #segakazhuvam, «Τώρα μιλάω» στη Βόρεια Μακεδονία, αλλά και σε μια δράση, τη διοργάνωση της πρωτοβουλίας PeachPreach, μιας επαναλαμβανόμενης εκδήλωσης αφήγησης ιστοριών από γυναίκες σε διάφορες πόλεις στην πατρίδα τους. Η Μπουζάροφσκα ναρκοθετεί με γραφή ψιλοδουλεμένη τα έμφυλα στερεότυπα και τις ομότροπες προκαταλήψεις δίνοντας φωνή στις γυναίκες της, γυναίκες της διπλανής πόρτας, που με τόλμη αποκαλύπτουν τον εαυτό τους, τα πάθη και τους πόθους τους, τις ψευδαισθήσεις και τις ελπίδες τους.
