Η Βιογραφία ενός χεριού, πρώτη ποιητική εμφάνιση του Κωνσταντίνου Νικολάου, τίτλος που παραπέμπει, ευκρινώς, σε χειρομαντεία, όπου οι γραμμές του χεριού προβλέπουν και προλέγουν το μέλλον. Στο ομώνυμο με τον τίτλο ποίημα του βιβλίου, δεν είναι οι γραμμές μόνο αλλά το ίδιο το χέρι, και μάλιστα το δεξί, του Θερβάντες, το οποίο, από απανωτές απειλές και τρελές επεμβάσεις της μοίρας, κατάφερε να διασωθεί, ώστε να γράψει μετά τον Δον Κιχώτη. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες, τόσο η αφιέρωση όσο και τα μότο λειτουργούν ως οδοδείκτες για τον αναγνώστη, ως κλειδιά για τον κόσμο και τις προθέσεις του ποιητή. Διαβάζουμε την αφιέρωση: «Της Μαρίας που δίνει νόημα στα πάντα» και μακαρίζουμε την ευτυχή Μαρία γι’ αυτή την αναγνώριση. Ακολουθούν δύο μότο, ένα από τον Επίκτητο και ένα από τον Πολωνό ποιητή, και όχι μόνο, Zbigniew Herbert. Το πρώτο, συνδέοντας τους ανθρώπους με τα γεγονότα και τις σκέψεις τους, μας λέει ότι την ταραχή στους ανθρώπους δεν την προξενούν τα πράγματα αλλά οι ιδέες τους για τα πράγματα, μας λέει δηλαδή ότι οι άνθρωποι συγκινούνται και αντιδρούν διαφορετικά σε ίδια ερεθίσματα, γιατί σκέπτονται και αισθάνονται διαφορετικά. Ετσι λειτουργούν αλυσιδωτά η σκέψη, το συναίσθημα και η συμπεριφορά. Το ποίημα του Herbert, από την άλλη, αντιπαραθέτει την ποίηση στη στυγνή πραγματικότητα της ζωής. Μιλά για τη φαντασία και τη σκέψη ως πρώτη ύλη της καθαρής ποίησης, που θέλει να είναι αληθινή, απέναντι σε μια αβέβαιη, όμως, καθαρότητα. Σίγουρα σκέψεις ποιητικής.
Τα πεδία από όπου αντλεί έμπνευση ο Νικολάου είναι η ιστορία, η ζωγραφική, η γλυπτική, η λογοτεχνία άλλων, η επιστήμη. Αλλοτε επιλέγει γνωστά έργα, όπως «Ο σκεπτόμενος» του Ροντέν ή «Το κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι» του Βερμέερ, άλλοτε μιλά για εμβληματικές προσωπικότητες, όπως ο Μέγας Αλέξανδρος και ο Ναπολέων, και άλλοτε εστιάζει σε δευτεραγωνιστές της ζωής, του μύθου ή της Ιστορίας, που κάποια στιγμή έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο (Λοκούστα, Σίνων, Επειός κ.ά.). Αξιοποιεί λειτουργικά και τον μύθο και την Ιστορία, καταφεύγοντας σε εικόνες, παραστάσεις, μορφές, αλληγορίες και των δύο. Χρησιμοποιεί δηλαδή το μοντερνιστικό εργαλείο της μυθολογικής μεθόδου.
Στοχασμός, ένας τόνος μελαγχολίας και παιγνιώδης διάθεση χαρακτηρίζουν τη γραφή του Νικολάου. Συνδυάζοντας φαντασία και σκέψη και ατενίζοντας τα πάντα με ειρωνική καβαφική ματιά, συχνά ανατρεπτική, διευρύνει την προσωπική εμπειρία και τη μετατρέπει σε συλλογικό βίωμα. Σκόρπια μέσα στη συλλογή και ποιήματα ή στίχοι ποιητικής: «Επομένως / όπως υπάρχουν τσαλακωμένες ρίμες / άλλο τόσο υπάρχουν σιδερωμένοι ελεύθεροι στίχοι».
Η αφηγηματική στόφα πολλών ποιημάτων δεν πλήττει στο ελάχιστο τον ρυθμό τους. Η ποίηση του Νικολάου, έργο ανθρώπου πεπαιδευμένου, που έχει διαβάσει και έχει προβληματιστεί βαθιά, προϋποθέτει υποψιασμένο αναγνώστη με πλούσιο γνωστικό υπόβαθρο. Ανήκει στη λογοτεχνία εκείνη που αναμοχλεύει παλιές σου γνώσεις ή σε ωθεί να αναζητήσεις καινούργιες. Μια ποίηση υψηλής ποιότητας με δραστικό αλλά και διαδραστικό χαρακτήρα. Επιβεβαιώνει αυτό που είπε ο ίδιος ο ποιητής σε συνέντευξή του: «Διαχρονικά η αληθινή τέχνη αποτελεί γέννημα της ανάγκης του δημιουργού να εκφράσει τις προκλήσεις συνομιλώντας παράλληλα με την παράδοση. Ασφαλώς το ζητούμενο είναι να το κάνει με τρόπο που το αποτέλεσμα να μας αφορά όλους». Και είναι γεγονός ότι ο λειασμένος και καλοδουλεμένος λόγος του και η σκέψη του μας αφορούν.
